ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΕΣ ΧΟΥΝΤΕΣ


ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣΤου ΤΑΚΗ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ*

Η Νέα Διεθνής Τάξη που σηματοδότησαν αφενός η άνοδος της διεθνοποιημένης καπιταλιστικής οικονομίας της αγοράς, σαν συνέπεια της ανάδυσης του νέου φαινόμενου των πολυεθνικών, και αφετέρου η κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», χαρακτηρίζεται από δύο αλληλένδετα στοιχεία. Το ένα αφορά το οικονομικό επίπεδο, και συνοπτικά ονομάζεται «νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση», ενώ το άλλο, το πολιτικό επίπεδο, αφορά τη μορφή που παίρνει στις συνθήκες παγκοσμιοποίησης η κοινοβουλευτική «δημοκρατία». Και τα δύο αυτά στοιχεία είναι μη αναστρέψιμα φαινόμενα μέσα στο διεθνοποιημένο καπιταλιστικό σύστημα, και δεν έχουν επομένως σχέση με συνωμοσίες, δόγματα και κακές πολιτικές «κακών» πολιτικών, όπως ισχυρίζεται αποπροσανατολιστικά η ρεφορμιστική Αριστερά.

Ανάλογα, η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση δεν είναι απλά η συνέχιση της αποτυχημένης απόπειρας στις αρχές του περασμένου αιώνα για τη διεθνοποίηση της καπιταλιστικής οικονομίας της αγοράς, όπως ισχυρίζονται αναχρονιστικές εκδοχές του Μαρξισμού που βασίζονται σε αντίστοιχα αναχρονιστικές θεωρίες του ιμπεριαλισμού και του υπερ-ιμπεριαλισμού οι οποίες αγνοούν το θεμελιακό γεγονός που χαρακτηρίζει τη σημερινή παγκοσμιοποίηση: την ουσιαστική απώλεια της οικονομικής και, συνακόλουθα, της πολιτικής (αλλά και πολιτιστικής) κυριαρχίας. Η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση είναι δηλαδή μια δομική αλλαγή του καπιταλιστικού συστήματος που γεννήθηκε και καθολικεύθηκε χάρη στην μαζική εξάπλωση των πολυεθνικών, οι οποίες σήμερα ελέγχουν το παγκόσμιο εμπόριο και παραγωγή, μέσα σε ένα θεσμικό πλαίσιο που καθορίσαν οι ίδιες, με βάση τους διεθνείς οργανισμούς κάτω απο τον έλεγχό τους, όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, το ΔΝΤ αλλά και οικονομικές ενώσεις όπως η ΕΕ και η NAFTA. Το θεσμικό αυτό πλαίσιο συνοψίζεται στο άνοιγμα και την απελευθέρωση των αγορών εμπορευμάτων και κεφαλαίου και τις «ελαστικές» εργασιακές σχέσεις που καθιερώνουν την ανταγωνιστικότητα σαν το παγκόσμιο κριτήριο του τι, πως και που θα παραχθεί.

Όλα τα άλλα (το πετσόκομμα του κράτους πρόνοιας, οι μαζικές ιδιωτικοποιήσεις, οι πολιτικές λιτότητας και συνακόλουθα η μαζική ανεργία και φτώχεια των θυμάτων της παγκοσμιοποίησης) είναι αναπόφευκτες συνέπειες των παραπάνω θεσμικών αλλαγών. Γι’ αυτό, οποιοδήποτε κόμμα να εκλεγεί σε μια χώρα που είναι ενσωματωμένη στην διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς θα εφαρμόσει βασικά τις ίδιες πολιτικές—εκτός αν αποκόψει τους δεσμούς της χώρας με αυτήν. Με δεδομένες επομένως τις παραμέτρους που καθορίζει το διεθνές θεσμικό πλαίσιο που ανέφερα, τα κράτη-έθνη περιορίζονται στον ρόλο διαχειριστή της παγκοσμιοποίησης, μολονότι φυσικά υπάρχουν διαφοροποιήσεις, στις οποίες δεν μπορώ να επεκταθώ, ανάλογα με τον βαθμό και τον τρόπο ενσωμάτωσης μιας χώρας στη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς κ.λπ.

Όπως είναι αυτονόητο από τα παραπάνω, η μορφή της κοινοβουλευτικής «δημοκρατίας» αλλάζει ριζικά στο νέο παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο και γίνεται ένα υβρίδιο μεταξύ της παλαιάς κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και μιας Χούντας, εξ ου και ο όρος «κοινοβουλευτική Χούντα». Έτσι τα κόμματα που κυβερνούν σήμερα εκλέγονται μέσα από μια διαδικασία που έχει ελάχιστα κοινά χαρακτηριστικά με τις παλαιές κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, όπου κόμματα μαζών, με σαφώς διαφοροποιημένα εκλογικά προγράμματα (συντηρητικά, σοσιαλδημοκρατικά, κ.λπ.) εναλλάσσονταν στην εξουσία. Σήμερα, πολιτικά κόμματα χωρίς μαζική βάση και με πολιτικά προγράμματα που αποτελούν απλά παραλλαγές τη ίδιου θέματος απευθύνονται σε ένα περίπου 50%-60% του εκλογικού σώματος, εφόσον τα λαϊκά στρώματα που είναι τα θύματα της παγκοσμιοποίησης βασικά απέχουν από την εκλογική διαδικασία θεωρώντας (σωστά), ότι δεν τους αφορά. Και φυσικά η όλη διαδικασία χειραγωγείται κατάλληλα από τα ΜΜΕ (και κυρίως τα κανάλια) που ανήκουν στις ίδιες οικονομικές ελίτ, οι οποίες στις ΗΠΑ —την αποθέωση κοινοβουλευτικής Χούντας— χρηματοδοτούν και τα δύο εναλλασσόμενα κόμματα εξουσίας!

Με αυτή την έννοια, οι διαφορές μεταξύ μιας στρατιωτικής και μιας κοινοβουλευτικής Χούντας ελαχιστοποιούνται. Η πρώτη αποκτά εξουσία μέσα από ένα στρατιωτικό πραξικόπημα και κυβερνά μέσα από διατάγματα. Η δεύτερη κατακτά την εξουσία μέσα από μια ψευδο-δημοκρατική εκλογική διαδικασία σαν την παραπάνω και κυβερνά μέσα από «νόμους» που περνούν από μια τυπική κοινοβουλευτική διαδικασία, ενώ το περιεχόμενο τους έχει προκαθοριστεί από την Χούντα που αποτελεί την κυβερνώσα πολιτική ελίτ, με βάση το θεσμικό πλαίσιο που ανάφερα και τις εντολές των ντόπιων ελίτ, σε αγαστή σύμπνοια με την υπερεθνική ελίτ, όπως την έχω ορίσει άλλου. Και οι δυο μορφές Χούντας ασκούν οικονομική βία και καταφεύγουν συχνά στη κρατική βία, μολονότι η «κοινοβουλευτική» μορφή της την συγκαλύπτει κάτω από διαδικασίες και δικαιώματα που σήμερα είναι περισσότερο τυπικά παρά ουσιαστικά.

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=342582

http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/

Α-πορία σχετικά με τις εκτιμήσεις των μακροοικονομικών μεταβλητών για το 2013.


ΑποριαΤου Κώστα Μελά

Όπως σημειώνεται στις προβλέψεις των διαφόρων θεσμικών οργανισμών (ΔΝΤ, ΕΕ, ΕΚΤ , ΥΠ. ΟΙΚ ), η Ελληνική Οικονομία εισέρχεται στο 2013 με την προοπτική μιας ηπιότερης μεν αλλά συνεχιζόμενης για έκτη συνεχή χρονιά ύφεσης. Ενώ το 2012 ο ρυθμός μείωσης του ΑΕΠ υπολογίζεται στο 6,6% – 6,8% για το 2013 εκτιμάται ότι θα περιοριστεί στο 4,0% – 4,6%. Έχει σημαντική σημασία να δειχθεί με επάρκεια τεκμηρίωσης πως υιοθετούνται αυτές οι εκτιμήσεις. Το πρώτο βήμα είναι να εκτιμηθεί η πορεία των βασικών συνιστωσών του ΑΕΠ .

–       Για το 2012 , η πτώση της το 2012 τείνει να διαμορφωθεί στην περιοχή του 8,7%, από 7,7% το προηγούμενο έτος 2011. Κατά το τρέχον έτος 2013, η υλοποίηση των νέων δημοσιονομικών παρεμβάσεων , ύψους 9,2 δις ευρώ, από τον Ιανουάριο θα προκαλέσει πρόσθετες πιέσεις στα εισοδήματα των εργαζόμενων στο δημόσιο τομέα (περικοπές ειδικών μισθολογίων, κατάργηση 13ου-14ου μισθού), των συνταξιούχων και όσων λαμβάνουν επιδόματα από το κράτος. Προς τα κάτω αναπροσαρμογή των εισοδημάτων όλων των φυσικών προσώπων θα επέλθει από την κατάργηση του αφορολόγητου ποσού που υπήρχε για αυτά ως το 2012,  μειώνοντας περαιτέρω το διαθέσιμο εισόδημα και άρα την ιδιωτική κατανάλωση, (ανεξάρτητα από το εάν με το νέο φορολογικό σύστημα η τελική φορολογική επιβάρυνση δεν μεταβάλλεται μέχρι ένα ορισμένο επίπεδο εισοδήματος).

Βεβαίως, περιοριστικά θα συνεχίσουν να επενεργούν η διεύρυνση της ανεργίας,( που αντιθέτως από αυτό που  αναμένεται από τις εκτιμήσεις των οργανισμών και του Υπ. Οικ. δεν θα είναι  μικρότερης έκτασης από ότι το 2012 διότι απλά τα πραγματικά στοιχεία πάνω στα στηρίζονται οι εκτιμήσεις έχουν ξεπεραστεί εν τοις πράγμασι ,η  ανασφάλεια για τα μέτρα των επόμενων ετών και τη διεύρυνση της εφαρμογής των ρυθμίσεων για την αγορά εργασίας οι οποίες περιλαμβάνονταν στο δεύτερο Μνημόνιο (χαμηλότερος βασικός μισθός, ιδίως για νέους έως 25 ετών, αναστολή τριετών μισθολογικών ωριμάνσεων, περιορισμός μετενέργειας) . Όμως στον προϋπολογισμό για το έτος 2013 η συνολική επίπτωση των παραπάνω παραγόντων στην κατανάλωση του ιδιωτικού τομέα  ενώ αναμένεται να είναι η εκτεταμένη συρρίκνωσή της και το 2013,  όμως σε μικρότερο  βαθμό με το 2012 . Αυτό το συμπέρασμα φαίνεται μετέωρο και  χρειάζεται μεγαλύτερης τεκμηρίωσης, αν σκεφτούμε ότι όλες οι προηγούμενες εκτιμήσεις έχουν κατακρημνιστεί εμπρός στην πραγματικότητα.

 

–      Η δημόσια κατανάλωση λόγω των ευρύτατων περιορισμών των πληρωμών του κράτους για καταναλωτικούς σκοπούς στο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα του 2012 θα διαμορφώσει τη δημόσια κατανάλωση στο σύνολο του έτους περίπου 6,5% χαμηλότερα από ότι το 2011, στη διάρκεια του οποίου η πτώση τους ήταν ελαφρά μικρό-τερη (-5,2%). Η συνέχιση της δημοσιονομικής προσαρμογής στα δύο προσεχή χρόνια μέσω κυρίως του περιορισμού των δημοσίων δαπανών ευνόητα θα επενεργήσει συσταλτικά στα καταναλωτικά έξοδα. Σε αυτό το πλαίσιο, η μείωση της δημόσιας κατανάλωσης το 2013 θα είναι μάλλον μεγαλύτερη από ότι το 2012.

–      Τα Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (Π.Δ.Ε.) για το 2013 φθάνει τα €6,85 δισ., όσες ακριβώς και οι προς τα κάτω αναθεωρημένες πληρωμές του για το σύνολο του 2012, σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό του 2013 (από €7,3 δισ. αρχικά). Ωστόσο, το 2012  οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι καλύφθηκε μόνο το 60,0% περίπου του αρχικού στόχου (στο πρώτο ενδεκάμηνο του 2012, που δεν ξεπέρασε τα €3,6 δις (52,9% του αναθεωρημένου στόχου) . Αυτό συνέβη απλά διότι μέσω του προγράμματος ΔΕ  εξισορροπούνται, (ολόκληρη την τριετία 2010- 2012) οι αποκλίσεις στα υπόλοιπα σκέλη του Κρατικού Προϋπολογισμού. Δηλαδή θυσιάζονταν το κατ’ εξοχήν αναπτυξιακό εργαλείο για την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων και συγκεκριμένα λόγω της αδυναμίας είσπραξης των προϋπολογισθέντων εσόδων. Για το 2013  εκτιμάται ότι οι δαπάνες του ΠΔΕ θα είναι πάλι  χαμηλότερες του στόχου, όμως μικρότερης ωστόσο έκτασης από το 2012. Φαίνεται  ότι και αυτή η εκτίμηση είναι μετέωρη και μάλιστα καθώς είναι άμεσα εξαρτώμενη από την επίτευξη του στόχου των εσόδων (ήδη από τον Ιανουάριο υπάρχει υστέρηση περίπου 307 εκ. ευρώ στα κρατικά έσοδα) ,  είναι μια μεταβλητή η οποία αποδεικνύεται (για την ελληνική περίπτωση) δύσκολη στην ταύτιση εκτίμησης – πραγμάτωσης. Η μόνη ελπίδα μείωσης του φθίνοντος ρυθμού των δημοσίων επενδύσεων είναι κατ’ αρχάς η  μικρότερη απόκλιση προγραμματισμένων – πραγματοποιημένων εσόδων το 2013 από το 2012.

–      Σύμφωνα με όλους τους πρόσφατους υπολογισμούς η  πτώση επενδύσεων το 2012 εκτιμάται ότι διαμορφώθηκε στην περιοχή του 27%. Ο προϋπολογισμός για το 2013 υπολόγιζε ότι η μείωση θα ήταν της τάξεως του 15,0%. Επομένως έχουμε μια μεγάλη απόκλιση των προβλέψεων από την πραγματικότητα κάτι που δείχνει ή την ανικανότητα σωστής πρόβλεψης, ή την αδυναμία σωστής πρόβλεψης ή την «πολιτικοποίηση» της πρόβλεψης. Ο ίδιος προϋπολογισμός προβλέπει για το 2013 μείωση 3,0%. Αυτή η πρόβλεψη ομολογώ ότι παντελώς αυθαίρετη και δεν τεκμαίρεται παρά από την περίφημη έννοια της  «εμπιστοσύνης» η οποία ως γνωστόν όπου δεν υπάρχουν πραγματολογικά στοιχεία οι οικονομολόγοι μιας δεδομένης σχολής την επικαλούνται ως λύση για κάθε ασθένεια. Η αβεβαιότητα σχετικά με το ύψος των επενδύσεων αποτελεί πάντοτε τη μόνη βεβαιότητα. Επομένως τίποτε δεν μπορεί να γίνει αποδεχτό ως σίγουρο.  Όλα είναι ανοικτά. Οι μόνες βέβαιες επενδύσεις είναι αυτές που είναι προγραμματισμένες από τους κρατικούς και μεγάλους πολυμερείς οργανισμούς.

–      Οι εξαγωγές προβλέπεται ότι ήταν το 2012 2,4% λιγότερες από ότι το 2011. Πάλι ο προϋπολογισμός έχει πέσει έξω διότι υπολόγιζε 0,0%. Οι εκτιμήσεις ότι οι εξαγωγές για το 2013 θα ανέλθουν 2,6% τίθεται εν αμφιβόλω λόγω εξωτερικών παραγόντων. Η έντονη επιβράδυνση της ανάπτυξης στις αρχές του 2012 των οικονομιών της Ευρωζώνης, που απορροφούν το μεγαλύτερο τμήμα τους (άνω του 41%), η οποία εξελίχθηκε σε ήπια ύφεση στη συνέχεια του έτους, αποτελεί τη βασική αιτία της μείωσής τους από το δεύτερο τρίμηνό του. Η κατά πάσα πιθανότητα συνέχιση αυτής της κατάστασης  είναι σίγουρο ότι θα δυσκολεύσει περαιτέρω τις αναμενόμενες εξελίξεις στον εξαγωγικό τομέα.  Η ταυτόχρονη διεύρυνση των εξαγωγών προς τις Η.Π.Α., τις χώρες της Κοινοπολιτείας Ανεξάρτητων Κρατών και της Νοτιοανατολικής Ασίας, μετριάζει τη μείωση, ωστόσο δεν αρκεί για να την υπεραντισταθμίσει.

–      Παράλληλα η ρευστότητα της οικονομίας εξακολουθεί να αποτελεί άλυτο πρόβλημα και θα εξακολουθήσει να αποτελεί για αρκετό χρονικό διάστημα (για το 2013 είναι απολύτως βέβαιον). Οι αποκρατικοποιήσεις , όσες γίνουν , δεν θα προσφέρουν λύσεις για το 2013.

–      Όλα τα παραπάνω δημιουργούν πλήθος αποριών οι οποίες τίθενται για διερεύνηση και δημόσια διαβούλευση και όχι για στείρα αντιπολίτευση . Τίθενται για προβληματισμό και αναστοχασμό.

Πηγή.   http://www.kostasmelas.gr/