ΟΙ ΑΦΑΙΡΕΤΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΕΝΟΣ «ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΤΗ»: ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΟΨΕΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ


111Του Βασίλη Δρουκόπουλου

«Αν ο διπρόσωπος θεός Ιανός ήταν οικονομολόγος θα είχε σίγουρα προσληφθεί και θα δούλευε για το ΔΝΤ» (Pettifor, 2013).

Ι

Πολύ συχνά οικονομικές έννοιες και θεωρίες ανασύρονται, με διάφορες αφορμές, από τις φαρέτρες των οικονομολόγων και εκτοξεύονται σε εαυτούς και αλλήλους. Οι αψιμαχίες, άλλοτε ήπιες και άλλοτε οξείες, δίνουν και παίρνουν, διαρκούν για κάποιο διάστημα και μετά καταλαγιάζουν. Μερικές φορές υπάρχουν νικητές και ηττημένοι κι’ άλλοτε όχι. Αλλά πάλι σε μερικές περιπτώσεις οι ηττημένοι εξακολουθούν να κάνουν ότι δεν έχουν καταλάβει ότι έχουν χάσει και συνεχίζουν να προβάλλουν τις ιδέες τους προσποιούμενοι ότι τίποτε δεν έχει αλλάξει. Μάλλον από κάπου αλλού πρέπει να αντλούν τη δυνατή επιμονή τους μιας και η στάση τους δεν μπορεί να αποδοθεί σε γεροντικό πείσμα. Όλη αυτή η διαδικασία συνήθως παραμένει εγκλεισμένη στα περιχαρακωμένα όρια της «οικονομικής επιστήμης». Υπάρχουν όμως και στιγμές όταν η προβολή του προβλήματος και η ανταλλαγή των επιχειρημάτων διαρρέει προς τα έξω και κυκλοφορεί σ’ έναν ευρύτερο χώρο. Αυτό συμβαίνει βέβαια ιδίως όταν οι διαφωνίες έχουν διαφορετικές επιπτώσεις που σε ορισμένες χρονικές περιόδους έχουν καταστεί επίκαιρες και σημαντικές. Επίσης, αν οι διαφωνίες έχουν προέλθει μέσα από τα σπλάχνα της ίδιας, ή συγγενικής, θεωρητικής σχολής και ιδεολογίας, τότε αυτές μπορεί να προξενήσουν μεγαλύτερη απορία και να αποκτήσουν ακόμα εντονότερο ενδιαφέρον και διάχυση. Μια από αυτές τις σχετικά σπάνιες περιπτώσεις είναι και η διαμάχη για τον «πολλαπλασιαστή». Αλλά για τι ακριβώς πρόκειται;

Αποκλείοντας πιο περίτεχνους τεχνικούς ορισμούς ας υπενθυμιστεί ότι η έννοια του πολλαπλασιαστή -κεϋνσιανής προέλευσης- αναφέρεται στα αποτελέσματα που προκαλούνται στο παραγόμενο προϊόν (και εισόδημα) από τις μεταβολές στα δημοσιονομικά μεγέθη (σε καθένα ξεχωριστά ή στο σύνολό τους δηλ. στο δημοσιονομικό ισοζύγιο) μιας χώρας ή μιας ομάδας κρατών.[1] Πιο συγκεκριμένα, με ποικίλες στατιστικές, οικονομετρικές και αναλυτικές μεθόδους είναι δυνατό να εκτιμηθούν οι άμεσες επιπτώσεις μιας π.χ. αύξησης/μείωσης των δημόσιων επενδύσεων, των αμοιβών των δημόσιων υπαλλήλων ή της άμεσης φορολογίας και ταυτόχρονα οι δευτερογενείς τους επιδράσεις. Ειδικότερα, και πάλι χάριν παραδείγματος, μπορεί να τεθεί το ερώτημα: θα είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη η αύξηση του παραγόμενου προϊόντος από τη συγκεκριμένη αύξηση των δημόσιων επενδύσεων (δηλ. ο πολλαπλασιαστής θα είναι μεγαλύτερος ή μικρότερος από τη μονάδα;), σε πόσο διάστημα και πώς δικαιολογείται ένα τέτοιο αποτέλεσμα; Ή υπάρχει και η περίπτωση η αύξηση των δημόσιων επενδύσεων να έχει μηδενικό αποτέλεσμα ή ακόμα  και να επιφέρει μια μείωση του παραγόμενου προϊόντος; Ακόμα, μια συγκεκριμένη αύξηση των δημόσιων επενδύσεων θα έχει ισόποσο αποτέλεσμα, με αντίθετο πρόσημο, με την ίδια μείωση τους, δηλ. θα υπάρξει συμμετρικότητα; Επίσης, αν ταυτόχρονα επέλθουν ποσοτικές αλλαγές σε πολλές δημοσιονομικές κατηγορίες τότε η συνολική μεταβολή στο πλεόνασμα/έλλειμμα τι επιπτώσεις θα έχει στο προϊόν (εισόδημα); Και βέβαια, ποια θα είναι τα παρεπόμενα αποτελέσματα όλης αυτής της διαδικασίας, π.χ. οι συνέπειες στην απασχόληση κ.α.;

Ερωτήματα σαν τα πιο πάνω έχουν απασχολήσει την «οικονομική επιστήμη» εδώ και δεκαετίες.[2] Εκείνο όμως που έφερε πρόσφατα στο φως της ευρύτερης δημοσιότητας, μάλλον για πρώτη φορά, το θέμα της εκτίμησης του «πολλαπλασιαστή» είναι μια έκθεση του ΔΝΤ που κυκλοφόρησε πέρυσι (IMF, October 2012). Θα περιοριστώ, αρχικά, στην παρουσίαση του κύριου ευρήματος και θα απέχω, όσο είναι εφικτό, από το σχολιασμό των τεχνικών λεπτομερειών τόσο της ανάλυσης του ΔΝΤ όσο και των υπολοίπων. Πριν από αυτό όμως έχει αξία να τονιστεί ότι: δεν υφίσταται, όπως είναι λογικό, ένας και μοναδικός πολλαπλασιαστής. Ούτε είναι κοινός για όλες τις χώρες. Ούτε είναι ο ίδιος σε μια χώρα για όλα τα χρονικά διαστήματα. Ούτε βέβαια είναι ο ίδιος για τις διάφορες δημοσιονομικές κατηγορίες (εργαλεία). Η αριθμητική του τιμή εξαρτάται, εκτός βέβαια από τη μέθοδο που ακολουθείται για την εκτίμησή του, από τις συνθήκες που επικρατούν σε κάθε περίοδο. Μονολεκτικά σχεδόν, αναφέρω τους παράγοντες που τον επηρεάζουν: α. Η φάση του οικονομικού κύκλου στην οποία βρίσκεται μια χώρα, β. Η νομισματική και η συναλλαγματική πολιτική που ακολουθείται, γ. Η αξιοπιστία των μέτρων δημοσιονομικής πολιτικής που εφαρμόζεται, δ. Το μέγεθος, ο τύπος και η διάρκεια της δημοσιονομικής προσαρμογής που επιχειρείται, ε. Η κατάσταση της οικονομίας και οι πολιτικές (ταυτόχρονες δημοσιονομικές προσαρμογές;) που ακολουθούνται σε χώρες με τις οποίες υπάρχουν συναλλαγές, στ. Η σημασία των εισαγωγών σε σχέση με το εγχώριο προϊόν κ.α.

Η έκθεση του ΔΝΤ δεν είχε προκύψει από παρθενογένεση. Το έδαφος είχε καλλιεργηθεί νωρίτερα και συγκεκριμένα στο πρόσφατο παρελθόν είχαν προηγηθεί τρεις άλλες μελέτες του οργανισμού. Αρκούμαι σε μια πολύ σύντομη αναφορά. Η σχετικά πιο παλιά (Coenen et al., 2010) βρίσκει, ανάμεσα σε άλλα, ότι το μέγεθος πολλών πολλαπλασιαστών είναι μεγάλο. Ιδίως αν πρόκειται για κυβερνητικές δαπάνες και στοχευμένες μεταβιβάσεις (κατά κύριο λόγο σε λαϊκά στρώματα που δεν έχουν πρόσβαση σε δανεισμό ούτε σε αποταμιεύσεις). Ακολουθεί η έκθεση του ΔΝΤ (IMF, October 2010) όπου αναφέρεται (σ. 98) ότι η δημοσιονομική προσαρμογή (consolidation) έχει κατά κανόνα συσταλτικά αποτελέσματα. Πιο συγκεκριμένα, μια περιοριστική δημοσιονομική πολιτική ίση με 1% του ΑΕΠ μείωνει το ΑΕΠ κατά 0,5% ύστερα από δύο χρόνια ενώ αυξάνει και το ποσοστό της ανεργίας. Επιπλέον, επισημαίνεται για την Ελλάδα (σ. 165) ότι «Δημοσιονομικές προβολές υποθέτουν έντονα εμπροσθοβαρή δημοσιονομική προσαρμογή το 2010 που ακολουθούνται από περαιτέρω μέτρα για την περίοδο 2010-2013. Η μεγέθυνση (sic) θα ‘πιάσει πάτο’ στο τέλος του 2010 και σταδιακά θα ανακάμψει επανερχόμενη σε θετικό έδαφος το 2012»! Επίσης, η έκθεση παραδέχεται ότι στο οικονομικό περιβάλλον εκείνης της εποχής η δημοσιονομική περιοριστική πολιτική θα έχει περισσότερο αρνητικά βραχυχρόνια αποτελέσματα ενώ δεν παραλείπει να αναφέρει ότι για οικονομίες που θεωρούνται ως υψηλού κινδύνου χρεωκοπίας, τα βραχυχρόνια αρνητικά αποτελέσματα μάλλον θα είναι μικρότερα.[3] Ας φανταστούμε λοιπόν πόσο μεγαλύτερα θα ήταν τα αρνητικά αποτελέσματα αν η Ελλάδα δεν διέτρεχε τον κίνδυνο χρεωκοπίας! Πόσο τυχεροί αλήθεια φανήκαμε, σύμφωνα με το ΔΝΤ, στην ατυχία μας!

Συνεχίζω με την τρίτη συναφή μελέτη (Batini et al., 2012) του ΔΝΤ πριν από την έκθεση του Οκτωβρίου του 2012. Το κύριο εύρημά της ήταν ότι οι ήπιες και βαθμιαίες περιοριστικές πολιτικές πρέπει να προτιμώνται σε σχέση με τις εμπροσθοβαρείς ή τις επιθετικές περιοριστικές πολιτικές προπάντων σε οικονομίες που αντιμετωπίζουν υψηλά ασφάλιστρα κινδύνου στο δημόσιο χρέος διότι η προστασία της μεγέθυνσης είναι σ’ αυτές τις περιπτώσεις το κλειδί της επιτυχίας της δημοσιονομικής πολιτικής. Επίσης επισημαίνεται σχετικά ότι οι εμπροσθοβαρείς προσαρμογές έχουν εντονώτερα υφεσιακά επακόλουθα και γι’ αυτό καθυστερούν τη μείωση του λόγου χρέους/ΑΕΠ σε αντίθεση με πιο σταδιακές και ήπιες προσαρμογές (σσ. 8, 32). Αξίζει μάλιστα να προστεθεί το συμπέρασμα ότι η πιθανότητα μια δημοσιονομική προσαρμογή που αρχίζει να εφαρμόζεται σε περιόδους ύφεσης, να  βαθαίνει ή να επιμηκύνει την ύφεση είναι σχεδόν διπλάσια από την πιθανότητα μια δημοσιονομική προσαρμογή που αρχίζει σε περίοδο άνθησης να πυροδοτήσει μια ύφεση. Τέλος, για τους πολλαπλασιαστές οι συγγραφείς έχουν να αναφέρουν ότι οι περισσότερες μελέτες που επικεντρώνονται σε περιόδους κρίσης όπως στην τωρινή, βρίσκουν ότι αυτοί είναι τουλάχιστον ίσοι με τη μονάδα (σ. 15). Η δική τους μελέτη  καταλήγει στο ότι οι πολλαπλασιαστές των δημόσιων δαπανών σε περίοδο ύφεσης είναι δέκα φορές μεγαλύτεροι από τους αντίστοιχους σε περίοδο οικονομικής μεγέθυνσης (σ. 23).

Ένα άλλο από τα υπόλοιπα δυο τρίτα της Τρόικας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, είχε και αυτό μελετήσει (European Commission, July 2012 και Boussard et al., 2012) το θέμα του πολλαπλασιαστή και της δημοσιονομικής προσαρμογής. Επισημαίνεται (European Commission, July 2012, σ. 121) ότι «…αν η δημοσιονομική σύσφιξη έχει σχεδιασθεί άσχημα-π.χ. υψηλές αυξήσεις φόρων στο εισόδημα ή περικοπές σε απαραίτητες δημόσιες επενδύσεις τότε το μακροπρόθεσμο όφελος μπορεί να αποδειχθεί πολύ μικρότερο ή ανύπαρκτο αν υψηλότερες στρεβλώσεις και/ή απώλεια παραγωγικότητας αντισταθμίζουν τα οφέλη από τα χαμηλότερα πραγματικά επιτόκια». Επίσης, ομολογείται ότι στην τωρινή συγκυρία οι πολλαπλασιαστές ύστερα από ένα χρόνο είναι μεγαλύτεροι απ΄ ό,τι συνήθως και γίνονται ακόμα μεγαλύτεροι στην ΕΕ και στην Ευρωζώνη που χαρακτηρίζονται από υψηλή εμπορική ολοκλήρωση, σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία και ταυτόχρονη δημοσιονομική προσαρμογή την περίοδο που η υπόλοιπη παγκόσμια οικονομία μεγεθύνεται βραδύτερα από το δυνητικό ρυθμό της. Συγκεκριμένα (European Commission, July 2012, σ. 136 και Boussard et al., 2012, σ. 8), υπολογίζεται ότι ο πολλλαπλασιαστής των δημόσιων δαπανών για μισθούς και δημόσιες επενδύσεις είναι πάνω από τη μονάδα και λίγο κάτω για άλλες κατηγορίες δημοσιονομικών εργαλείων (π.χ. 0,7 για τον ΦΠΑ).  Τέλος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί η εκτίμηση των Boussard et al. (2012, σσ. 11, 12) ότι ο βραχυχρόνιος «κρίσιμος» πολλαπλασιαστής το 2011 για την Ελλάδα ήταν 0,5 (ο χαμηλότερος από όλους των άλλων χωρών-μελών της ΕΕ)  που σημαίνει ότι με όποια τιμή του πολλαπλασιαστή που είναι υψηλότερη του 0,5 η δημοσιονομική συστολή οδηγεί απαρέγκλιτα σε αύξηση του λόγου Χρέος/ΑΕΠ. Με άλλα λόγια, δεν είναι ανάγκη ο πολλαπλασιαστής να είναι υψηλός για να μειωθεί πολύ το ΑΕΠ ώστε να χειροτερέψει ο λόγος. Δηλαδή και να είχε υποεκτιμηθεί ο πολλαπλασιαστής, όπως θα δούμε πιο κάτω, ή και σε «κανονικούς καιρούς» όταν οι πολλαπλασιαστές δεν είναι τόσο υψηλοί, πάλι βραχυχρόνια ο λόγος Χρέος/ΑΕΠ θα αυξανόταν.[4]

Φθάνουμε λοιπόν αισίως ύστερα από αυτή τη περιήγηση στην έκθεση του ΔΝΤ του Οκτωβρίου 2012  και συγκεκριμένα, στο επίμαχο Πλαίσιο 1.1 (σ. 41) που ανέσυρε μια σχεδόν εν υπνώσει έννοια από τη δημόσια αφάνεια στη κοινή θέα των πολιτικο/οικονομικών αντιπαραθέσεων. Το κύριο εύρημα της ανάλυσης των τριών σελίδων του Πλαισίου 1.1 είναι ότι είχε υποεκτιμηθεί το μέγεθος των πολλαπλασιαστών 28 χωρών που άρρητα χρησιμοποιήθηκαν για την πρόβλεψη από διεθνείς οργανισμούς των βραχυχρόνιων (αρνητικών) συνεπειών των δημοσιονομικών περικοπών. Εκτιμάται ότι ενώ είχαν χρησιμοποιηθεί πολλαπλασιαστές της τάξης του 0,5, η πραγματική τιμή τους κυμαινόταν μεταξύ 0,9 και 1,7.  Αποτέλεσμα: οι αρνητικές επιπτώσεις της εφαρμοζόμενης λιτότητας είχαν υποεκτιμηθεί (συνειδητά και εγνωσμένα για να καταστεί η λιτότητα πιο εύπεπτη και αποδεκτή; προσθέτω εγώ και αναρωτιέμαι). Το άνοιγμα του ασκού του Αιόλου προκάλεσε  ακαριαίες αντιδράσεις.

Η Christine Lagarde στην κοινή ετήσια συνέλευση του ΔΝΤ και της Διεθνούς Τράπεζας στο Τόκυο (Οκτώβριος 2012) υποστήριξε τα ευρήματα της μελέτης του οργανισμού της αλλά ο Wolfgang Schäuble φέρεται να δήλωσε στο περιθώριο των συνεδριάσεων ότι η  Lagarde φαίνεται να αντιφάσκει με τη θέση του ίδιου του ΔΝΤ που είχε επανειλημμένα αποφανθεί ότι υψηλά επίπεδα χρέους απειλούν την οικονομική μεγέθυνση (Beams, 2012) και συμπλήρωσε: «Όταν υπάρχει κάποιος μεσοπρόθεσμος στόχος δεν οικοδομείται εμπιστοσύνη όταν ένας αρχίζει να προχωρά προς διαφορετική κατεύθυνση. Όταν θέλεις να ανέβεις ένα ψηλό βουνό και αρχίσεις να κατεβαίνεις τότε το βουνό θα γίνεται όλο και ψηλότερο» (Jones and Spiegel, 2012). H επιφανειακή διχογνωμία γεφυρώθηκε με μια κοινή παρουσία σε πάνελ του BBC όπου ο Schäuble όταν ρωτήθηκε αν η Ελλάδα πρέπει να ενεργεί σύμφωνα με τις συνταγές του ΔΝΤ ή της Γερμανίας απάντησε: «Δεν υπάρχει ποτέ διαφορά. Είναι αδύνατο. Πάντα συμφωνούμε» (Giles, 2012). Η δε Lagarde αρνήθηκε ότι η θέση του ΔΝΤ είχε αλλάξει. Επίσης αργότερα πρόσθεσε ότι οι όποιες διαφωνίες σχετικά με την ταχύτητα της δημοσιονομικής προσαρμογής «είναι περισσότερο θέμα αντίληψης παρά πραγματικότητας» (sic)(Bretton Woods Project, 2012).[5] Τέλος, αναφορικά με την ουσία της αναθεωρημένης θέσης του ΔΝΤ είχει παρατηρηθεί ότι αυτή δεν επρόκειτo να επιφέρει παρά οριακές διαφορές στα μνημονιακά προγράμματα στα οποία συμμετέχει ο οργανισμός: «…το ΔΝΤ θα δει ότι είναι πιο εύκολο να αλλάξει τη γνώμη του παρά τις πολιτικές του» (Beattie, 2012).

Μετά τις πρώτες αψιμαχίες και την ανταλλαγή αναγνωριστικών φίλιων πυρών, το βαρύ πυροβολικό της ΕΕ και της ΕΚΤ ανέλαβε δράση και εξακόντισε τα βλήματά του κατά των άκαιρων, ανορθόδοξων και καινοφανών απόψεων του ΔΝΤ. Πρώτα ήρθε ταχύτατα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με το Πλαίσιο Ι.5 στις Φθινοπωρινές Προβλέψεις (European Commission, 2012) καταλήγοντας στα εξής συμπεράσματα: α. Αναγνωρίζει ότι οι πολλαπλασιαστές είναι πιθανόν υψηλότεροι στην παρούσα οικονομική συγκυρία, β. Απορρίπτει την ορθότητα της οικονομετρικής ανάλυσης του ΔΝΤ και γ. Υποστηρίζει ότι ο μέσος όρος του πολλαπλασιαστή στις χώρες της ευρωζώνης είναι μικρότερος από τη μονάδα. Όσο για την Ελλάδα, το μεγάλο σφάλμα πρόγνωσης του πολύ χαμηλότερου ΑΕΠ ως συνέπεια της μεγαλύτερης δημοσιονομικής προσαρμογής από όλες τις χώρες-μέλη δεν οφείλεται στην υποεκτίμηση του πολλαπλασιαστή αλλά αποδίδεται στην έλλειψη εμπιστοσύνης από τον ιδιωτικό τομέα. Αυτό γιατί, ισχυρίζεται η Επιτροπή, η δημοσιονομική «προσπάθεια» ερμηνεύτηκε ως ανεπαρκής. Με άλλα λόγια, μια ακόμα πιο σφιχτή δημοσιονομική προσαρμογή θα αποκαθιστούσε την εμπιστοσύνη των αγορών και η πτώση του ΑΕΠ θα ήταν περιορισμένη! Τέλος, η ΕΕ επανέρχεται το Δεκέμβριο του 2012 στην Έκθεση Αξιολόγησης του Ελληνικού προγράμματος (European Commission, December 2012, σ.12) και αποφεύγει να αποφανθεί για το μέγεθος του πολλαπλασιαστή αν πρώτα, όπως υποστηρίζει, δεν έχει γίνει η διάκριση της σχετικής συμβολής από τη δημοσιονομική διαταραχή, τη διαταραχή από την αβεβαιότητα και τη χρηματοπιστωτική διαταραχή, αποδίδοντας ταυτόχρονα κυρίαρχο ρόλο στον παράγοντα της αβεβαιότητας. Ωσάν η αβεβαιότητα να είναι κάτι το αυθύπαρκτο και να μην επηρεάζεται από τη λιτότητα που επιβάλλεται, μεταξύ των άλλων, και από την εφαρμοζόμενη δημοσιονομική πολιτική!

Σχεδόν μαζί ήρθε και ο σχολιασμός από  την  ΕΚΤ (ECB, 2012). Σύμφωνα με την ανάλυση του Πλαισίου 6 (σσ. 82-85), συνολικά για όλες τις χώρες της ευρωζώνης, μόνον οι δημόσιες δαπάνες για επενδύσεις έχουν βραχυχρόνιο πολλαπλασιαστή μεγαλύτερο της μονάδας και αυτό κάτω από το καθεστώς «ατελούς αξιοπιστίας» δηλ. όταν οι αγορές αρνούνται να πιστέψουν ότι οι κυβερνήσεις είναι απόλυτα αποφασισμένες και δεσμεύονται να εφαρμόσουν τα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής που έχουν αναγγελθεί (και στις περισσότερες περιπτώσεις «παραγγελθεί και επιβληθεί» θα πρόσθετα). Όσο για τους μακροχρόνιους πολλαπλασιαστές, αυτοί μετατρέπονται πλέον σε θετικούς δηλ. ο περιορισμός των δημόσιων δαπανών επιδρά θετικά στο μέγεθος του ΑΕΠ με αποτέλεσμα να καλυφθούν και οι προηγούμενες βραχυχρόνιες απώλειες. Τα μηνύματα είναι εκκωφαντικά και σαφή: Φροντίστε να σας εμπιστεύονται οι αγορές με το να εφαρμόζετε απαρέγκλιτα όσα σας διατάσσουμε και μη σκεφθείτε να αποτολμήσετε κάτι διαφορετικό. Έτσι αίρεται η αβεβαιότητα, ενισχύεται η αξιοπιστία σας και περιορίζοντας το δημόσιο τομέα θα ανταμειφθείτε κάποτε μελλοντικά! Σ’ αυτό το σημείο θα επανέλθω προς το τέλος του άρθρου.

Το ΔΝΤ όμως φαίνεται ότι δεν το βάζει εύκολα κάτω! Αρχές Ιανουαρίου 2013 κυκλοφορεί μια νέα μελέτη (Blanchard and Leigh, 2013) του επικεφαλής οικονομολόγου του οργανισμού, Olivier Blanchard [ο οποίος όπως σχολιάζει ο Paul Krugman (2013) δεν είναι ένας ερευνητής της σειράς] και του συνεργάτη του David Leigh, συντακτών και του επίδικου Πλαισίου 1.1 του Οκτωβρίου 2012. Και εκεί που έμοιαζε ότι τα πράγματα θα ηρεμούσαν νέος κουρνιαχτός έχει ξεσηκωθεί και ασφαλώς δε θα κατακαθίσει ούτε πολύ σύντομα ούτε εύκολα μιας και, απ’ ό,τι φαντάζομαι, η ΕΕ και η ΕΚΤ πυρετωδώς θα προετοιμάζουν την επίσημη απάντησή τους, όπως είχαν κάνει πριν μερικούς μήνες εξάλλου, το φθινόπωρο του 2012. Tι μας προσφέρει λοιπόν η νέα αυτή μελέτη;

Οι συγγραφείς επισκέπτονται τα πρότερα αποτελέσματά τους, επανεξετάζουν την αξιοπιστία τους (εννοώ των αποτελεσμάτων και μέσω αυτών βέβαια και τη δική τους!), τα υποβάλλουν σε επιπλέον ελέγχους και επεκτείνουν την ανάλυσή τους απαντώντας έτσι και στις επικρίσεις και σχόλια που είχαν προκύψει από την προηγούμενή τους εργασία. Καταλήγουν στα εξής: α. Επιβεβαιώνουν την ορθότητα των εκτιμήσεών τους και επαναδιατυπώνουν την πεποίθησή τους ότι οι πολλαπλασιαστές 26 ευρωπαϊκών χωρών, για την περίοδο 2009-11, πρέπει να είχαν υποεκτιμηθεί, κατά μέσο όρο, περίπου μια μονάδα και ήσαν για τα πρώτα χρόνια της κρίσης σημαντικά υψηλότεροι της μονάδας β. Καταλογίζουν στο δικό τους οργανισμό αλλά και σε άλλους (π.χ. ΕΕ και ΕΚΤ) την υποεκτίμηση των αυξήσεων της ανεργίας και των μειώσεων της ιδιωτικής κατανάλωσης και επενδύσεων που σχετίζονται με τη δημοσιονομική προσαρμογή, γ. Εκτιμούν ότι οι μεγαλύτερες προγραμματισμένες δημοσιονομικές προσαρμογές τείνουν να έχουν μεγαλύτερες «απογοητεύσεις» (sic) στη μεγέθυνση, και δ. Αποκλείουν την πιθανότητα η μεγαλύτερη αρνητική επίπτωση που καταγράφηκε στο ΑΕΠ να μην οφείλεται στους υποεκτιμημένους πολλαπλασιαστές αλλά στο γεγονός ότι η δημοσιονομική προσαρμογή ήταν μεγαλύτερη από αυτή που είχε προγραμματιστεί.[6] Η μόνη, απ’όσο γνωρίζω ως σήμερα (Ιανουάριος 2013), αντίδραση από τη μεριά των υπολοίπων δύο πυλώνων (ΕΕ και ΕΚΤ) της οικονομικής ορθοδοξίας ήταν εκείνη του Olli Rehn που φέρεται να δήλωσε ότι «κάποιος δεν μπορεί να βγάλει από την έρευνα αυτή ισχυρά συμπεράσματα» και ότι η κριτική απέναντι στην πολιτική της λιτότητας δε λαμβάνει υπόψη τις θετικές συνέπειες στην εμπιστοσύνη των αγορών (www.euro2day.gr, 11/1/2013). Κάθε σχόλιο περιττεύει.

Πριν αποτιμηθεί η ουσία και η πραγματική έννοια των ευρημάτων των εκθέσεων και μελετών των οποίων τα κύρια σημεία παρουσιάστηκαν πιο πάνω, αξίζει μια σύντομη αναφορά στα σχετικά για την Ελλάδα, πέραν των όσων έχει ήδη γίνει μνεία.

Ο υφυπουργός Χρ. Σταϊκούρας στην ομιλία του σε συνέδριο οργανωμένο από την International Herald Tribune (15/10/2012) παρατήρησε ότι οι περικοπές των 49δις ευρώ στις οποίες είχαν προχωρήσει οι ελληνικές κυβερνήσεις από το 2010 δεν μπόρεσαν να πιάσουν το στόχο τους διότι κακώς χρησιμοποιήθηκε από την Τρόϊκα τιμή  πολλαπλασιαστή 0,5 ενώ στην πραγματικότητα αυτός ήταν περίπου μονάδα με αποτέλεσμα η χώρα να εισέλθει σε βαθειά ύφεση (Agence France-Presse, 15/10/2012). Με άλλα λόγια, για την ισοπέδωση της ελληνικής οικονομίας φταίει ένα απλό (αθώο και χωρίς υστεροβουλία;) λάθος και όχι η ταξική πολιτική που ακολουθήθηκε σε όλα τα τα επίπεδα. Ο φαρισαϊσμός και η στρεψοδικία στο απόγειό τους και βέβαια αποσιωπάται έντεχνα το εύλογο ερώτημα: θα είχαν αποφασιστεί μικρότερες περικοπές αν είχε εφαρμοστεί στους υπολογισμούς η «σωστή» τιμή του πολλαπλασιαστή; Η απάντηση προκύπτει αβίαστα και εύγλωττα με τη βοήθεια του αποσπάσματος που ακολουθεί: «Ο υπουργός Οικονομικών Ι. Στουρνάρας ζήτησε από το ΔΝΤ τεχνική υποστήριξη στο θέμα των πολλαπλασιαστών προκειμένου να εμπλουτιστεί το τεχνικό υπόδειγμα που χρησιμοποιούν οι υπηρεσίες του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους για το βασικό μακροοικονομικό σενάριο της διετίας 2013-2014. Οι υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών χρησιμοποιώντας δημοσιονομικό πολλαπλασιαστή 0,5 υπολόγιζαν την ύφεση για το 2013 στο 3,8% του ΑΕΠ, πλέον με τη χρήση συντελεστή 1,7 η ύφεση για το επόμενο έτος ξεπερνά το 5%» («Η τρόικα βάδιζε στα τυφλά», www.tanea.gr, 15/10/2012). Αναλογίζομαι βέβαια πόσο θα μειώθηκαν οι περικοπές λόγω της χρήσης του νέου υψηλότερου πολλαπλασιαστή! Επίσης, αν η ΕΕ και/ή η ΕΚΤ επανέλθουν και ισχυριστούν πάλι ότι οι υπολογισμοί του ΔΝΤ δεν είναι ακριβείς και ότι το κυρίαρχο είναι η αξιοπιστία, η εμπιστοσύνη και τα άλλα συναφή φληναφήματα τότε με ποιούς θα συνταχθεί το Υπουργείο; Με τους «οιονεί φιλελεύθερους αμερικανούς» ή τους «αμετανόητους σκληροπυρηνικούς ευρωπαίους»;  Ή θα εφαρμόσει έναν άλλο πολλαπλασιαστή, μια τιμή κάπου στη μέση, για την πρόβλεψη του ΑΕΠ του 2013 μην αφήνοντας έτσι κανέναν ανικανοποίητο;

Οι Holland and Portes (2012) εκτιμούν τιμές πολλαπλασιαστών για 12 ευρωπαϊκές χώρες και τις ΗΠΑ και για «κανονικές περιόδους» δηλ. όταν η λειτουργία της οικονομίας δεν απέχει από ένα σημείο ισορροπίας. Ο βραχυχρόνιος πολλαπλασιαστής της Ελλάδας για τις δημόσιες καταναλωτικές δαπάνες υπολογίζεται σε 1,35 (ο υψηλότερος και ο μόνος με τιμή πάνω από τη μονάδα από όλες τις υπόλοιπες 12 χώρες) και 0,53 για τα έσοδα του φόρου εισοδήματος (πάλι ο υψηλότερος όλων).[7] Επίσης, οι συγγραφείς εκτιμούν ότι οι πολλαπλασιαστές θα είναι ακόμα μεγαλύτεροι αν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες εφαρμόσουν παράλληλα περιοριστικές δημοσιονομικές πολιτικές.[8] Ακόμη, επισημαίνω δυο άλλες πρόσφατες εκτιμήσεις της τιμής του πολλαπλασιαστή για την Ελλάδα. Εκείνη της  Natixis  (2012) που υπολογίζει ότι η τιμή είναι 3,6 για την περίοδο 2011-13 ενώ έχει αναφερθεί ότι η Société Générale  επιχειρηματολογεί ότι η τιμή υπερβαίνει το 2 «πράγμα που σημαίνει ότι μείωση του ελλείμματος σ’αυτό το χρονικό σημείο είναι  αυτοκαταστροφική» (Kohler, 2012).[9] Τέλος, έρχομαι στην τελευταία έκθεση του ΔΝΤ (με ημερομηνία 21/12/2012 αλλά που δημοσιοποιήθηκε την Παρασκευή 18/1/2013) για την Ελλάδα καθώς και στη συνέντευξη (IMF Survey online, 2013) του γνωστού εκπροσώπου του ΔΝΤ στην Τρόικα Poul Thomsen. Στη σ. 13 της Έκθεσης (IMF, 2013) ομολογείται ότι η μείωση του ΑΕΠ το 2013 θα είναι 4,25% ενώ προηγουμένως προβλεπόταν στασιμότητα και ότι οι πολλαπλασιαστές έχουν αυξηθεί και εκτιμούνται πλέον γύρω στη μονάδα αλλά αυτό δε θα πρέπει να αποδίδεται ολοκληρωτικά στη δημοσιονομική συρρίκνωση αλλά και στην πολιτική κρίση, το φόβο για έξοδο από το ευρώ και τα οποία είχαν αρνητικά επηρεάσει  την εμπιστοσύνη. Όμως στη σ. 40 επισημαίνεται το εξής και το οποίο εκλαμβάνω ως αντίφαση με το προηγούμενο σημείο: «Το πρόγραμμα τώρα υιοθετεί μια πιο συντηρητική άποψη για τους δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές αλλά και που μπορούν να πάρουν υψηλότερες τιμές απ’αυτές που  προβλέπονται τώρα, ιδίως αν το εξωτερικό περιβάλλον είναι αδύναμο κτλ». Όσον αφορά τη συνέντευξη του Poul Thomsen, αυτός αποδίδει την υποεκτίμηση των πολλαπλασιαστών που είχαν ληφεί υπόψη στο πρόγραμμα του Μαίου 2010 στους εξής παράγοντες: στην πολιτική κρίση που διέβρωνε την εμπιστοσύνη και που συνέβαλε στην πιο σφιχτή πολιτική δανεισμού και στην αργοπορία επίτευξης των στόχων σχετικά με τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Με άλλα λόγια, υπονοείται ότι αν αυτοί οι παράγοντες απουσίαζαν τότε η δημοσιονομική περιοριστική πολιτική δε θα επέφερε τόσο μεγάλη μείωση στο ΑΕΠ. Δεν μας λέει όμως τους λόγους για τους οποίους αυτοί οι παράγοντες είχαν παντελώς παραβλεφθεί και δε θεωρήθηκε απαραίτητο να ληφθούν καν υπόψη ως πιθανό ενδεχόμενο. Άγνοια, πνευματική ραστώνη, διανοητική νωθρότητα ή σκοπιμότητα; Και ούτε βέβαια φαίνεται να συγκινείται από τις συστηματικές αστοχίες των προγραμμάτων του οργανισμού του, όπως αυτές είχαν καταγραφεί από το ίδιο του ΔΝΤ και περιληπτικά αναφέρθηκαν πιο πάνω. Καταλήγοντας, δηλώνει ότι τώρα το πλαίσιο του νέου προγράμματος ενσωματώνει υψηλότερους πολλαπλασιαστές που πιστεύεται ότι, αν δεν αλλάξουν πάλι οι υποθέσεις, οι προβλέψεις αυτή τη φορά θα επαληθευτούν.

Μετά από αυτή την περιπετειώδη περιπλάνηση στους χώρους της οικονομίας και της πολιτικής, ελληνικής και ξένης, με αφορμή την πρόσφατη ανάδυση από τα ερεβώδη βάθη της «οικονομικής επιστήμης» ενός και μοναδικού όρου, του «πολλαπλασιαστή», έρχεται πλέον η νηφάλια στιγμή της περίσκεψης και της απόπειρας μιας ερμηνείας, σχολιασμού και αξιολόγησης όσων προηγήθηκαν.

ΙΙ

«Γνωρίζουμε τι παθαίνει ο κόσμος που στέκεται στη μέση του δρόμου. Τον πατάει το αυτοκίνητο» Aneurin Bevan, TheObserver, 6/12/1953.

Όπως συνηθίζουν να λεν οι αγγλοσάξωνες, σε ελεύθερη μετάφραση, «οι ένορκοι (κριτές) ακόμα συνεδριάζουν». Είναι μάλλον λοιπόν κάπως πρώιμο, ιδιαίτερα επειδή η τελευταία μελέτη των Blanchard and Leigh (Ιανουάριος 2013) δεν έχει επίσημα ακόμα σχολιασθεί όπως επισημάνθηκε πιο πάνω, να καταλήξει κάποιος σ’ένα αδιάσειστο και τελεσιδίκο συμπέρασμα για το επίδικο ζήτημα, αν βέβαια ποτέ κάτι τέτοιο θα ήταν δυνατό. Όμως, όπως διαβάζω και εισπράττω τις αναλύσεις και τη συζήτηση των τελευταίων μηνών πράγματι οι τιμές των πολλαπλασιαστών που είχαν πρόσφατα χρησιμοποιηθεί ήσαν σημαντικά υποεκτιμημένοι με αποτέλεσμα οι μειώσεις του ΑΕΠ  που προέκυψαν από τη βάρβαρη κι’ απάνθρωπη λιτότητα της πρόσφατης περιόδου να υπερβαίνουν κατά πολύ τις αντίστοιχες  προβλέψεις των διεθνών οργανισμών.

Το ΔΝΤ, οργανισμός με περίπου 1100 οικονομολόγους (και με τους περισσότερους με διδακτορικά διπλώματα) και με έναν προϋπολογισμό για το προσωπικό της τάξης των 800εκ.$ (Pettifor, 2013), τελικά και ύστερα από πολύ καιρό, ανατρέπει το σκηνικό που είχε στηθεί αναγνωρίζοντας ως ανακριβείς τις προηγούμενες εκτιμήσεις του και αμφισβητώντας τις μετρήσεις των αδελφών οργανισμών. Λέω «τελικά και ύστερα από πολύ καιρό» ανατρέχοντας στα εξής αποσπάσματα που προέρχονται από το Γραφείο της Ανεξάρτητης Αξιολόγησης του ίδιου του ΔΝΤ (IMF, 2003) που εξέτασε τη δημοσιονομική προσαρμογή σε 133 προγράμματα με την καθοδήγησή του σε 70 χώρες: «…αντίθετα  με την γενικευμένη αντίληψη ότι τα προγράμματα που υποστηρίζονται από το ΔΝΤ επιβάλλουν  τη λιτότητα, [η Έκθεση του Γραφείου] ανακαλύπτει πολλές περιπτώσεις όπου είχε προβλεφθεί ότι τα δημοσιονομικά ελλείμματα στην πραγματικότητα  θα διευρύνονταν ως ποσοστό του ΑΕΠ. Επίσης, η Έκθεση δεν βρίσκει καμια απόδειξη ότι υπήρξε μια γενική μεροληψία υπέρ των οικονομικών συρρικνώσεων που θα οδηγούσαν σε  μείωση του ρυθμού της μεγέθυνσης σε σύγκριση με το μέσο όρο της περιόδου πριν από την κρίση» (σ. vii). Αλλά όμως προσθέτει: «Υπάρχει μια τάση να υιοθετούνται δημοσιονομικοι στόχοι που βασίζονται σε υπεραισιόδοξες παραδοχές για το ρυθμό της οικονομικής ανάκαμψης που οδηγούν αναπόδραστα σε δημοσιονομική υπο-απόδοση και συχνές αναθεωρήσεις των στόχων. Η αισιοδοξία για σύντομη ανάκαμψη είναι με τη σειρά της αποτέλεσμα υπεραισιόδοξων υποθέσεων για την επανεκκίνηση των ιδιωτικών επενδύσεων ενώ μια περισσότερο ρεαλιστική εκτίμηση σε μερικές περιπτώσεις θα δικαιολογούσε την υιοθέτηση μιας πιο χαλαρής δημοσιονομικής πολιτικής (fiscal stance) για αντικυκλικούς λόγους» (σ. vii). Συνεχίζει πιο κάτω: «Η αισιοδοξία που αφορούσε την ανάκαμψη του ρυθμού της μεγέθυνσης ήταν ιδιαίτερα σημαντική στα προγράμματα που άρχιζαν από μια δυσμενή κατάσταση. Όταν ο ρυθμός ήταν αρνητικός στον πρώτο χρόνο του προγράμματος, οι προβλέψεις  ανάπτυξης για το δεύτερο χρόνο ήταν διπλάσιες από αυτές που καταγράφηκαν τελικά. Επιπλέον τα προγράμματα ήταν σε γενικές γραμμές απρόθυμα να προβάλλουν μελλοντικές επιβραδύνσεις στους ρυθμούς μεγέθυνσης και πολύ σπάνια πρόβλεπαν αρνητικό ρυθμό. Παραδείγματος χάρη, οι πραγματικές επιβραδύνσεις ανάμεσα στον πρώτο και δεύτερο χρόνο του προγράμματος ήσαν διπλάσιες σε αριθμό από αυτές που είχαν προβλεφτεί. Αρνητικός ρυθμός για το δεύτερο χρόνο του προγράμματος είχε προβλεφτεί μόνον σε 1,3% των περιπτώσεων ενώ στην πραγματικότητα αυτό συνέβη 10 φορές πιο συχνά» (σ. 6).

Αυτά πριν δέκα χρόνια. Το 2009 το ΔΝΤ δημοσιεύει ένα Position Note (Spilimbergo et al., 2003) όπου παρατηρείται ότι «το μέγεθος του δημοσιονομικού πολλαπλασιαστή είναι ιδιαίτερο για κάθε χώρα, περίοδο και κατάσταση.» Αναφέρεται στην ύπαρξη σχετικά μικρών πολλαπλασιαστών, παραδέχεται ότι αυτοί μπορεί να πάσχουν από αρνητική μεροληψία και προσθέτει: «οι δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές έχουν εκτιμηθεί για μερικές χώρες αλλά πρέπει να επανεξεταστούν προσεχτικά στο φως των σύγχρονων γεγονότων» (σ. 3). Όμως παράλληλα δεν συστήνεται η χρήση των παλιών υποδειγμάτων (μοντέλων) με τα νέα στοιχεία αλλά ούτε όμως προτείνεται η παραγωγή νέων. Απλά, συμβουλεύουν οι συγγραφείς, καλό είναι να στηριζόμαστε στις παλιές εκτιμήσεις οι οποίες, όπως διατείνονται, προσφέρουν προσανατολισμό αλλά ταυτόχρονα απαιτείται και ευθυκρισία βασισμένη στις παρούσες συνθήκες.

ΙΙΙ

«Η πρόοδος ορίζεται ως ένας απλός πολλαπλασιασμός του παρόντος»                                                                       Massimo De Angelis (2000a, σ. 99)

Με όλα τα αμέσως πιο πάνω και με όλη την υπόλοιπη αφήγηση που προηγήθηκε διακρίνεται ένας τεράστιο χάσμα ανάμεσα στις διαπιστώσεις και παροτρύνσεις και στις πιο πρόσφατες πρακτικές εφαρμογές και επεξεργασίες των μνημονιακών ή μη σχεδιασμών. Όμως αυτή η κραυγαλέα αντίφαση και ανακολουθία δεν έχει τόσο βαρύνουσα σημασία όσο έχει η συγκαλυμμένη ιδεολογία από την οποία εμφορείται το ΔΝΤ και η οποία υποκρύπτεται, λιγότερο ή περισσότερο έντεχνα, στη διεκπεραίωση των προγραμμάτων του.

Tα δυο επίμαχα κείμενα του ΔΝΤ στα οποία, όπως είδαμε, εκτιμάται ότι οι πολλαπλασιαστές είχαν υποεκτιμηθεί με συγκεκριμένο αντίκτυπο στις προβλέψεις για την πορεία των οικονομιών, πυροδότησαν την άποψη, σε μερικούς κύκλους, ότι το ΔΝΤ με αυτόν τον τρόπο διαχωρίζει τη θέση του από τους άλλους διεθνείς οργανισμούς ως προς το θέμα της λιτότητας. Τείνει  λοιπόν να παρουσιάζεται το ΔΝΤ ως μια φωνή με «ανθρώπινο» πρόσωπο, διαλλακτική και μετριοπαθής. Τίποτε το αναληθέστερο ή πράγματι ισχύει κάτι τέτοιο; Στη μελέτη των Blanchard and Leigh (2013) αναφέρεται: «Μερικοί σχολιαστές ερμήνευσαν ότι το προηγούμενο Πλαίσιο [του Οκτωβρίου 2012] υπαινίσσεται την πλήρη αποφυγή της δημοσιονομικής προσαρμογής. Αυτό δεν προκύπτει από την ανάλυσή μας» (σ. 6) και πιο κάτω «…τα αποτελέσματά μας δεν υπονοούν ότι η δημοσιονομική προσαρμογή είναι ανεπιθύμητη. Ουσιαστικά όλες οι αναπτυγμένες οικονομίες αντιμετωπίζουν την πρόκληση της δημοσιονομικής ρύθμισης σε απάντηση των υψηλών επιπέδων χρέους και τη μελλοντική πίεση που θα ασκηθεί από τις δημογραφικές αλλαγές στα δημόσια οικονομικά. Οι βραχυχρόνιες επιπτώσεις της δημοσιονομικής πολιτικής στην οικονομική δραστηριότητα είναι μόνον ένας από τους πολλούς παράγοντες που πρέπει να μελετηθούν για να προσδιοριστεί ο απαραίτητος ρυθμός της δημοσιονομικής προσαρμογής για κάθε χώρα» (σ. 20).[10] Με άλλα λόγια, το ΔΝΤ ή έστω ο επικεφαλής οικονομολόγος του με τον συνεργάτη του δεν υποστηρίζουν ότι η πολιτική της λιτότητας πρέπει να αποφευχθεί γιατί είναι σκληρή και άδικη επειδή πλήττει περισσότερο την εργατική τάξη και τα κατώτερα λαϊκά στρώματα. Απλά υπονοεί ότι πιθανόν μια πιο σταδιακή λιτότητα να μπορούσε να πετύχει τους στόχους της πιο ανώδυνα, χωρίς πολιτικές εντάσεις, κραδασμούς και ρίσκο. Επίσης, όπως παρατηρεί σχετικά με την «ορθή και ενδεδειγμένη» διαχείριση της λιτότητας και ένας άλλος πυλώνας της οικονομικής ορθοδοξίας, ο ΟΟΣΑ (Hagemann, 2012, σ. 53): «Ένα μάθημα-κλειδί που προκύπτει από τις εμπειρίες των μεταρρυθμίσεων στις χώρες του ΟΟΣΑ είναι ότι η επιτυχία εξαρτάται από την επίτευξη συναίνεσης παρά από την εξασφάλιση συμμόρφωσης. Για να πραγματοποιηθεί αυτό η κυβερνητική συνοχή για την υποστήριξη των μεταρρυθμίσεων είναι κρίσιμος παράγοντας ώστε να  υπάρξει εγγύηση ότι ένα συνεπές μήνυμα θα μεταδίδεται σχετικά με τη βάση και τα κέρδη που θα επιτευχθούν απο το πακέτο των μεταρρυθμίσεων. Αντίθετα, ανάμικτα μηνύματα επιτρέπουν σε όσους αντιτίθενται στις μεταρρυθμίσεις να εκμεταλλεύονται εμφανείς ρωγμές. Επιπλέον, εμπλέκοντας στη συζήτηση για τις μεταρρυθμίσεις τούς εν δυνάμει ζημιωμένους βοηθάει στο να δημιουργηθεί μια αίσθηση πίστης σε αυτούς που εναντιώνονται ότι θα καταβληθούν προσπάθειες για να δοθούν αποζημιώσεις-παρόλο που αυτές θα είναι μόνο μερικές-χωρίς να υπάρχουν αντιρρήσεις για τους συνολικούς στόχους των δημοσιονομικών μεταρρυθμίσεων». Οδηγίες από το εγχειρίδιο του εκπαιδευτή!

Οδεύοντας προς το κλείσιμο του άρθρου, αποτολμώ να διατυπώσω την άποψη ότι η υποεκτίμηση των πολλαπλασιαστών δεν οφείλεται μόνον σε όλα όσα καταλογίστηκαν πιο πάνω αλλά και στην ενδόμυχη πίστη και ελπίδα των ακραίων νεοφιλελεύθερων οικονομολόγων ότι η συρρίκνωση του δημόσιου τομέα με την περικοπή των δημόσιων δαπανών και με την ανελέητη κατασυκοφάντηση και απαξίωση του δημόσιου τομέα δε θα βλάψει την ιδιωτική οικονομία αφού ταυτόχρονα θα πάψει η υποτιθέμενη εκτόπιση των ιδιωτικών επενδύσεων και έτσι ο ιδιωτικός τομέας θα έχει τελικά αλώσει όλα τα εναπομένοντα κερδοφόρα οχυρά του δημόσιου χώρου. Από την άλλη μεριά βέβαια, ένας μικρός πολλαπλασιαστής στην περίπτωση μιας επέκτασης των δημόσιων δαπανών μπορεί να ερμηνευθεί από τους ίδιους οικονομολόγους ότι αποδεικνύει την ανικανότητα του δημόσιου τομέα να επιφέρει θεαματικά αποτελέσματα στην οικονομική μεγέθυνση. Και η ανικανότητα προδικάζει και δρομολογεί  τη συρρίκνωσή του (Κοίτα και Burke, 2012).

Καταλήγω με τις εξής παρατηρήσεις παίρνοντας ως αφορμή τις σκέψεις του Massimo De Angelis από το ιδιαίτερα ενδιαφέρον άρθρο “Social Relations and the Keynesian Multiplier” (2000a) και από το σχετικό βιβλίο (2000b) όπου και σημειώνεται: «…ο Κεϋνσιανισμός αποδίδεται με όρους μιας επεκτατικής στρατηγικής μεγέθυνσης, ενσωματωμένος σε ένα κοινωνικό και θεσμικό πλαίσιο που επιτρέπει στα διάφορα κοινωνικά συμφέροντα να βρίσκονται σε μια δυναμική ισορροπία μέσα σ’ένα σύστημα καπιταλιστικής συσσώρευσης. Σε πολιτικούς όρους, η διατήρηση αυτής της δυναμικής ισορροπίας σημαίνει ότι είναι ικανό να ελέγχει, στο κοινωνικό επίπεδο, τις θεμελιώδεις παραμέτρους της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Ο Κεϋνσιανισμός δεν ήταν ποτέ μόνον μια οικονομική θεωρία, ήταν επίσης μια μορφή κοινωνικής πρακτικής. Απαιτούσε θεσμούς που επέτρεπαν στη θεωρία να λειτουργήσει, και προϋπέθετε μια συγκεκριμένη απεικόνιση των σχέσεων εξουσίας και δύναμης ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις. Αυτή η τετριμμένη παρατήρηση αποκτά οξύτητα (sharpness) αν προσθέσουμε το πιο ουσιαστικό επιχείρημα ότι αυτή η κοινωνική πρακτική δεν υπήρξε ποτέ ‘ταξικά ουδέτερη’ αλλά είχε την αποστολή της επίταξης, ή αυτό που θα αποκαλέσω ‘επανάκτηση’, του διάχυτου κοινωνικού ανταγωνισμού από τα κάτω και τη μετατροπή του σε μια μηχανή μεγέθυνσης και καπιταλιστικής συσσώρευσης» (σσ. 2, 3).[11] Με άλλα λόγια, τελικά η τιμή του πολλαπλασιαστή μπορεί να μην έχει και την απόλυτα κυρίαρχη σημασία που της αποδίδεται όταν η δυναμική ισορροπία σε μια χώρα φαίνεται να είναι στα πρόθυρα της διάρρηξης και η άρχουσα τάξη, την ίδια στιγμή, άοκνα πασχίζει την εξασφάλιση του ελέγχου, και στο κοινωνικό επίπεδο, των βασικών παραμέτρων της ομαλής καπιταλιστικής συσσώρευσης, πρωτεύουσας προϋπόθεσης της χρονικής επιμήκυνσης του υφιστάμενου κοινωνικού σχηματισμού.

Ιανουάριος 2013

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Batini, Nicoletta et al., Successful Austerity in the United States, Europe and Japan, IMF Working Paper/12/190, July 2012.

Baum, Anja et al., Fiscal Multipliers and the State of the Economy, IMF Working Paper/12/286, December 2012.

Beams, Nick, “Friction at IMF meeting as global economic outlook worsens”, World Socialist Web Site, http://www.wsws.org/en/articles/2012/10/imfj-o15.html, 15/10/2012.

Beattie, Alan, “Troika a barrier to IMF new fiscal faith”, Financial Times, 12/10/2012.

Blanchard, Olivier and  Daniel Leigh, Growth Forecast Errors and Fiscal Multipliers, IMF Working Paper/13/1, January 2013.

Boussard, Jocelyn et al., Fiscal Multipliers and Public Debt Dynamics in Consolidations, European Economy, Economic Papers 460, European Commission, July 2012.

Bretton Woods Project, “IMF’s World Economic Outlook admission of flaws creates controversy”, http://www.brettonwoodsproject.org/art-571394, 16/10/2012.

Burke, Michael, “The importance of the debate on the IMF’s ‘multipliers’”, Socialist Economic Bulletin, http://socialisteconomicbulletin.blogspot.gr/2012/10/the-importance-of-debate-on-imfs.html, 23/10/2012.

Cary Brown, E., “Fiscal policy in the ‘Thirties: a reappraisal”, American Economic Review, Vol. 46, No. 5, December 1956.

Coenen, Günter et al., Effects of Fiscal Stimulus in Structural Models, IMF Working Paper/10/73, January 2010.

De Angelis, Massimo, “Social relations and the Keynesian multiplier”, Review of Radical Political Economics, Vol. 32, No. 1, March 2000a.

________, Keynesianism, Social Conflict and Political Economy, St. Martin’s Press, New York, 2000b.

ECB, Monthly Bulletin, December 2012.

European Commission, The Second Economic Adjustment Programme for Greece-First Review, December 2012.

________, European Economic Forecast-Autumn 2012, 2012.

________, Public Finances in EMU-2012, July 2012.

Giles, Chris, “Robustness of IMF data scrutinised”, Financial Times, 13/10/2012.

Godoy, Julio, “IMF pleads guilty but insists on austerity”, http://www.indepthnews.info/index.php/global-issues/1377-imf-pleads-guilty-but-insists-on-austerity, 11/1/2013.

Hagemann, Robert P., What Are the Best Policy Instruments for Fiscal Consolidation?, OECD-Economics Department Working Paper No. 937, January 2012.

Hall, David, “Austerity, economic growth, and multipliers”, www.psiru.org, October 2012.

Holland, Dawn and Jonathan Portes, “Self-defeating austerity?”, National Institute Economic Review, No. 222, October 2012.

IMF, Greece, IMF Country Report No. 13/20, January 2013.

_________, World Economic Outlook, October 2012.

_________, World Economic Outlook, October 2010.

IMF Survey online, “Interview on Greece-IMF support for Greece moves ahead with 3.24 billion Euros disbursement”, http://www.imf.org/external/pubs/ft/survey/so/2013/int011813a.htm, 18/1/2013.

Jones, Claire and Peter Spiegel, “Schaüble and Lagarde clash over austerity”, Financial Times, 12/10/2012.

Kohler, Alan “The IMFs world-changing U-turn”, www.businessspectator.com.au,

15/10/2012.

Krugman, Paul, “The big fail”, The New York Times, 6/1/2013.

Natixis, “Why is the fiscal multiplier apparently very high in the euro zone?”, Flash Economics,  No. 787, http://cib.natixis.com/flushdoc.aspx?id=67106, 22/11/2012.

Pettifor, Ann, “If the god Janus were an economist, he would work for the IMF”, http://www.primeeconomics.org/?p=1470, 6/1/2013.

Spilimbergo, Antonio et al., Fiscal Multipliers, IMF Staff Position Note 09/11, May 2009.

Sutherland, Douglas et al., How Much Is Needed and How to Reduce Debt to a Prudent Level?, OECD-Economics Department Working Paper No. 932, January 2012.

Κουτεντάκης, Φραγκίσκος, «Λανθασμένες προβλέψεις και δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές», Η Αυγή, 12/1/2013.


[1] Το ενδιαφέρον βέβαια πρωταρχικά θα έπρεπε να επικεντρώνεται στις μεταβολές που προκαλούνται από τα διακριτικά μέτρα παρέμβασης (discretionary policies) κι’όχι από τα αυτόματα (automatic policies) που δεν οφείλονται σε αλλαγές της δημοσιονομικής πολιτικής.

[2] Από τις γνωστές συναφείς μελέτες κλασική πλέον θεωρείται εκείνη του Ε. Cary Brown (1956) που αναφέρεται στη Μεγάλη Κρίση της δεκαετίας του ’30 στις ΗΠΑ.

[3] Αντίστοιχα επιχειρήματα εμφανίζονται στο Sutherland (2012, σ. 35) και στο Baum et al. (2012, σ. 18).

[4] Μια κριτική τοποθέτηση της μελέτης της ΕΕ παρουσιάζεται στο Hall (2012).

[5] «Η ΕΕ ήδη έδειξε κάποια ελαστικότητα παραχωρώντας στην Ισπανία και Πορτογαλία έναν επιπλέον χρόνο για να πετύχουν τους στόχους μείωσης του ελλείμματος. Και τώρα που της απονεμήθηκε το Νόμπελ Ειρήνης μπορεί απότομα να καταληφθεί από λεπτότερα συναισθήματα και να αρχίσει να μοιράζει ακόμα περισσότερη φιλανθρωπία» παρατηρεί ειρωνικά ο Alan Kohler (“The IMFs world-changing U-turn”, http://www.businessspectator.com.au, 15/10/2012).

[6] Αυτό παραπέμπει στην απάντηση του Olli Rehn προς τον ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Νίκο Χουντή ότι για το 2012 «το ύψος των καταβολών μισθών και συντάξεων ήταν χαμηλότερο από εκείνο το οποίο είχε προβλεφθεί στον προϋπολογισμό…» (www.newsit.gr, 3/1/2013).

[7] Όπως σωστά παρατηρείται, ο συνολικός πολλαπλασιαστής θα πρέπει να εκτιμηθεί σταθμικά δηλ. ανάλογα με την τιμή του πολλαπλασιαστή και τη βαρύτητα του κάθε δημοσιονομικού εργαλείου (European Commission, July 2012,  σ. 136).

[8] Κοίτα επίσης Antonio Fatas and Ilian Mihov, “Coordinated fiscal contraction”,

http://fatasmihov.blogspot.gr, 10/10/2012 και “The IMF multipliers: some maths, and Labour’s chance to get it right”, http://thoughcowardsflinch.com, 10/10/2012.

[9]Κατά τη διάρκεια της σύνταξης αυτών των σελίδων δημοσιεύτηκε στην Αυγή (12/1/2013) άρθρο του Φραγκίσκου Κουτεντάκη όπου παρουσιάζεται η τιμή 1,7 ως ένας «μπακάλικος» (κατά δήλωση του συγγραφέα) υπολογισμός του ελληνικού δημοσιονομικού πολλαπλασιαστή από το 2009 ως το 2012.

[10] Είναι σίγουρο ότι, όπως παρατηρεί ο Julio Godoy (2013), οι μακροχρόνια άνεργοι νέοι στην Ελλάδα, Ισπανία και Πορτογαλία θα εκτιμήσουν ιδιαίτερα την άποψη των ερευνητών του ΔΝΤ ότι οι βραχυχρόνιες συνέπειες δεν είναι το άπαν!

[11] Στα γραπτά τού De Angelis αναπτύσεται και η πρωτότυπη έννοια του κοινωνικού πολλαπλασιαστή που βασίζεται στη διαφορά μεταξύ παραγωγικότητας και κοινωνικού μισθού δηλ. του κέρδους ανά χρονική περίοδο και του οποίου το μέγεθος ρυθμίζει την τελική μεταβολή των ωρών εργασίας, της απασχόλησης και του προϊόντος.

Πηγή.  http://www.leftlab.gr/article403

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΧΡΕΗ


1

Του Κώστα Λαπαβίτσα

 

Ας πούμε μια διδακτική ιστορία για χώρες που έχουν υπέρογκα χρέη και υιοθετούν ‘σοβαρές’ οικονομικές πολιτικές για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα. Ο παραλληλισμός με Ελλάδα και Ευρωζώνη δεν είναι τυχαίος.

ΜΙΑ ΧΩΡΑ ΜΕ ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΧΡΕΗ

Τον Νοέμβριο του 1918 η αυτοκρατορική Γερμανία συνθηκολόγησε με την Αντάντ. Ο γερμανικός θρίαμβος επί του Τσάρου στο Ανατολικό Μέτωπο το 1917 που είχε ανοίξει τον δρόμο για τους Μπολσεβίκους, αποδείχθηκε προσωρινός. Η Γερμανία, αν και ο στρατός της στεκόταν ακόμη στα πεδία των μαχών, ήταν ηττημένη κατά κράτος. Μετά τέσσερα χρόνια σφαγών με τους αγγλογάλλους αποικιοκράτες στους λασπότοπους του Βελγίου και της Γαλλίας, ο πραγματικός νικητής ήταν η ανερχόμενη δύναμη των ΗΠΑ.

Η Συνθήκη των Βερσαλλιών τον επόμενο χρόνο υπαγορεύτηκε όμως από τους αγγλογάλλους αποικιοκράτες, που έκαναν στο πλάι τους ‘αφελείς και ιδεολόγους’ Αμερικανούς. Οι όροι της πολλοί και επαχθείς. Ο επαχθέστερος ήταν να αποδεχθεί η Γερμανία την ευθύνη του πολέμου, να δεχθεί ληστρικές παραχωρήσεις και να καταβάλει τεράστιες πολεμικές αποζημιώσεις. Τα ποσά εκφρασμένα σε χρυσά γερμανικά μάρκα ήταν εξωπραγματικά (περίπου 225 δις). Δύο χρόνια μετά, οι μεγάθυμοι νικητές μείωσαν την αρχική απαίτηση στα 130 δις, δηλαδή πάνω από 300% του γερμανικού ΑΕΠ. Οι πληρωμές για τόκους, χρεωλύσια και έξοδα κατοχής θα έφταναν το 10% του γερμανικού ΑΕΠ ετησίως. Η Γερμανία είχε βουλιάξει στα χρέη.

 

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑ

Δεν υπήρχε απολύτως καμία περίπτωση να μπορέσει η γερμανική οικονομία, που είχε συρρικνωθεί κατά 20% στον πόλεμο, να αντιμετωπίσει τέτοιο άχθος. Δεν ήταν επίσης δυνατό να σηκώσει το βάρος του χρέους μετά την παραχώρηση των ανθρακωρυχείων της στη Γαλλία και τη δυσκολία εξαγωγών στις ανεπτυγμένες οικονομίες. Μόνο αν οι αποζημιώσεις ήταν σαφώς μικρότερες και παράλληλα υπήρχε ανάπτυξη με άνοδο των εξαγωγών θα μπορούσε ίσως να αντιμετωπίσει την «ειρήνη των νικητών».
Αυτό περίπου ήταν το σκεπτικό του νεαρού Τζον Μέιναρντ Κέυνς, ενός από τους οικονομολόγους που συνόδευαν τη βρετανική αντιπροσωπεία στις Βερσαλλίες. Είχε το θάρρος να το δηλώσει δημόσια στο βιβλίο του Οι Οικονομικές Συνέπειες της Ειρήνης, ένα από τα καλύτερα που έχει γράψει. Δεν έπεισε τη βρετανική κυβέρνηση, αλλά η παρρησία του και η τετράγωνη λογική του εντυπωσίασαν τον Λένιν.
Τα επιχειρήματα του Κέυνς δεν είχαν καμία τύχη ούτε στη Γαλλία. Για τους γαλλικούς κύκλους εξουσίας, η Γερμανία έπρεπε να εξουθενωθεί και ο Κέυνς ήταν ένας επικίνδυνος λογοκόπος. Η δυσπιστία προς τον κεϋνσιανισμό κράτησε για δεκαετίες στη Γαλλία. Δεν είναι τυχαίο ότι μεσούντος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ετιέν Μαντού έγραψε τις Οικονομικές Συνέπειες του κ. Κέυνς, όπου ούτε λίγο ούτε πολύ, έλεγε ότι το σκεπτικό του Κέυνς υπέσκαψε τις προσπάθειες να ελεγχθεί η Γερμανία και φέρει μέρος της ευθύνης για την χιτλερική λαίλαπα.

‘ΣΟΒΑΡΗ’ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΧΡΕΟΥΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

Ότι συνέβη στη Γερμανία τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν απόρροια των όρων της ειρήνης που επιβλήθηκε. Στην ουσία η γερμανική οικονομία δεν ανέκαμψε παρά μόνο όταν οι Ναζί πήραν την εξουσία και ξεκίνησαν πρόγραμμα επανεξοπλισμού και εκτενέστατης κρατικής παρέμβασης.
Τα πρώτα χρόνια μετά τις Βερσαλλίες η Γερμανία υποχρεώθηκε να καταβάλει τεράστια ποσά επιτείνοντας τις συνθήκες μεταπολεμικής εξαθλίωσης του πληθυσμού. Τα κρατικά έσοδα στηρίζονταν κυρίως στους έμμεσους φόρους και το γερμανικό δημόσιο κατέφυγε σε έκδοση χάρτινου μάρκου οδηγώντας σε τρομακτικό υπερπληθωρισμό έως το 1923. Η συνεχιζόμενη αδυναμία πληρωμής των αποζημιώσεων έφερε θρασύτατη γαλλική και βελγική κατοχή του Ρουρ. Φτώχεια, ανεργία, υπερπληθωρισμός και ξένη κατοχή αποτέλεσαν εκρηκτικό μείγμα στη γερμανική πολιτική ζωή.
Μέχρι το 1933 η οικονομική πολιτική της Βαϊμάρης ήταν μια αγωνιώδης προσπάθεια να ελεγχθεί η τάση πληθωρισμού, να υπάρξει ανάπτυξη, να μειωθεί η ανεργία, να πληρώνεται το χρέος και να επιχειρείται η μείωσή του με τη συναίνεση των δανειστών. Η συμπαράσταση στον γερμανικό λαό ήρθε από τη Σοβιετική Ένωση, ενώ οι ΗΠΑ έδειξαν πολύ μεγαλύτερη σοφία από τους Αγγλογάλλους για το τι πραγματικά διακυβεύονταν.
Το 1924 η Γερμανία εισήγαγε νέο νόμισμα βασισμένο σε υποθηκευμένη αγροτική και βιομηχανική περιουσία, μειώνοντας έτσι την τάση πληθωρισμού. Η κεντρική τράπεζα διέκοψε την προεξόφληση κρατικών χαρτιών, περιορίζοντας τον όγκο του χρήματος στην κυκλοφορία. Υιοθετήθηκε το Σχέδιο Ντόουζ, βασισμένο σε νέα αμερικανικά δάνεια, που ελάφρυνε το βάρος των ετήσιων πληρωμών της Γερμανίας. Σύντομα όμως έγινε αντιληπτό ότι το Σχέδιο δε θα έφερνε ταχύρρυθμη ανάπτυξη, ούτε θα επέτρεπε στη Γερμανία να αντιμετωπίσει σε μόνιμη βάση το βάρος των χρεών της. Μετά από μακρόχρονες διαπραγματεύσεις, το 1929 υιοθετήθηκε το Σχέδιο Γιάνγκ, πάλι με αμερικανική πρωτοβουλία, που μείωσε κι άλλο τον όγκο του χρέους, ενώ ελάφρυνε περαιτέρω τις ετήσιες πληρωμές. Η σημασία του αποδείχθηκε μικρή, καθώς το 1929 ξέσπασαν οι θύελλες που έφεραν την κατάρρευση της παγκόσμιας οικονομίας την δεκαετία του 1930.

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΕΡΑΤΟΓΕΝΕΣΗ

Η κρίση του Μεσοπολέμου χτύπησε την αδυνατισμένη οικονομικά Γερμανία ιδιαίτερα σκληρά. Η χρεοκοπία της μεγάλης αυστριακής τράπεζας Κρέντιτανσταλτ το 1931 έφερε οξύτατη τραπεζική κρίση στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ. Οι οικονομίες πέρασαν σε ύφεση και εκτοξεύτηκε η ανεργία. Κατέρρευσε το παγκόσμιο εμπόριο και η Γερμανία αντιμετώπισε αδυναμία πληρωμών στο εξωτερικό. Η ταχύτατη άνοδος του Χίτλερ αποτελείωσε τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, έστειλε το σχέδιο Γιάνγκ στα αζήτητα και έβαλε τη γερμανική οικονομία σε άλλη βάση.
Η πολιτική άνοδος του φασισμού ήταν σε μεγάλο βαθμό, απόρροια των Βερσαλλιών. Η συνθηκολόγηση του 1918 έφερε επαναστατικές συνθήκες στο Βερολίνο, αλλά το νεαρό Κομμουνιστικό Κόμμα δεν κατόρθωσε την κατάληψη της εξουσίας. Το αποτέλεσμα ήταν η ειδεχθής δολοφονία της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λίμπκνεχτ, με την ηθική αυτουργία του δεξιού τμήματος της Σοσιαλδημοκρατίας. Ο επαναστατικός αναβρασμός συνεχίστηκε μέχρι το 1921 και μετά άρχισε να καταλαγιάζει. Τότε άρχισε να ενισχύεται η ναζιστική άκρα δεξιά, αντλώντας κυρίως από το λαϊκό αίσθημα οικονομικής κατάρρευσης, κοινωνικής διάλυσης και εθνικής ταπείνωσης.
Οι κυβερνήσεις της Βαϊμάρης κυριαρχήθηκαν από τα ‘σοβαρά’ αστικά κόμματα που συνήθως δεν είχαν αρκετή ισχύ για αυτοδύναμες κυβερνήσεις. Στα ‘σοβαρά΄ κόμματα συμμετείχαν ασμένως και οι Σοσιαλδημοκράτες. Το καταλυτικό στοιχείο για την πολιτική αδυναμία της Βαϊμάρης δεν ήταν όμως ούτε η εξουθένωση των αστικών κομμάτων, ούτε ο συμβιβασμός και η δειλία των Σοσιαλδημοκρατών. Ήταν ο λυσσαλέος πόλεμος ανάμεσα στους Κομμουνιστές και τους Σοσιαλδημοκράτες που αποδυνάμωσε τις εργατικές και λαϊκές δυνάμεις και τελικά επέτρεψε στους φαιοχίτωνες να κυριαρχήσουν. Τα αστικά στρώματα της Γερμανίας συμβιβάστηκαν με τους ασυνάρτητους και γελοίους ιδεολόγους του Χίτλερ, η Αριστερά συντρίφτηκε και η ναζιστική Γερμανία προχώρησε πλησίστια προς τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και την καταστροφή της.

ΔΥΟ ΕΞΕΧΟΝΤΑ ΤΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΑ
ΡΟΥΝΤΟΛΦ ΧΙΛΦΕΡΝΤΙΝΓΚ

Στο ιστορικό αυτό δράμα δύο πρόσωπα ξεχωρίζουν από πλευράς οικονομικής πολιτικής. Το πρώτο ήταν ο Ρούντολφ Χίλφερντινγκ. Γεννημένος στη Βιέννη, εβραϊκής καταγωγής, είχε τη βαθιά κουλτούρα της κεντρικής Ευρώπης, που ο Χίτλερ έπληξε αδυσώπητα δολοφονώντας τους εβραϊκούς πληθυσμούς. Ανήκε στην εξαιρετική γενιά των νέων διανοητών των αρχών του 20ου αιώνα που βρήκαν στον Μαρξισμό την απάντηση για το κοινωνικό πρόβλημα του βιομηχανικού καπιταλισμού στην Ευρώπη.
Ο Χίλφερντινγκ ήταν από τους γνωστότερους οικονομολόγους και στελέχη της προπολεμικής γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας, πριν η κήρυξη του Ά Παγκοσμίου Πολέμου τη διασπάσει ανάμεσα στην επαναστατική Αριστερά, που τελικά διαμόρφωσε το Κομμουνιστικό Κόμμα, και στους υπόλοιπους Σοσιαλδημοκράτες. Ρηξικέλευθος διανοητής, προχώρησε την ανάλυση του χρηματοπιστωτικού συστήματος πολύ πιο πέρα από τον Μαρξ, ισχυριζόμενος ότι ο καπιταλισμός της εποχής του βασίζονταν στο ‘χρηματιστικό κεφάλαιο’. Αυτήν την έννοια δανείστηκε ο Λένιν για να διαμορφώσει την θεωρία του περί ιμπεριαλισμού που έγινε σημείο αναφοράς για τους Μαρξιστές του 20ου αιώνα. Ο Χίλφερντινγκ πίστευε επίσης στην ιδέα του ‘οργανωμένου καπιταλισμού’. Στο ότι δηλαδή, τα μεγάλα μονοπώλια μπορούσαν πλέον να οργανώσουν την παραγωγή και το εμπόριο αποφεύγοντας τις κρίσεις. Για τον Χίλφερντινγκ, ο Μαρξισμός ήταν ένα επιστημονικό εργαλείο που μπορούσε αντικειμενικά να διαγνώσει την πορεία της καπιταλιστικής οικονομίας. Τα πολιτικά συμπεράσματα ήταν κάτι άλλο.
Ο Χίλφερντινγκ ξαναμπήκε στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα την δεκαετία του ’20 και παρέμεινε πολέμιος του Κομμουνιστικού Κόμματος και επικριτικός προς τη Σοβιετική Ένωση. Γρήγορα εξελίχθηκε σε στυλοβάτη της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και χρημάτισε δύο φορές υπουργός Οικονομικών (1923 και 1928-9). Η επιλογή του, χαρακτηριστική του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, ήταν να διαχειριστεί την κατάσταση συναινετικά, χωρίς ακραίες, μονομερείς επιλογές. Για παράδειγμα, να δοθεί λύση στον υπερπληθωρισμό μέσω της εισαγωγής του νέου μάρκου το 1923, αλλά να προστατευθούν ΄λελογισμένα’ οι εργαζόμενοι από την αλλαγή. Να γίνει μεν η νέα δανειοδότηση που ήταν απαραίτητη για το Σχέδιο Γιάνγκ, αλλά με ευνοϊκότερους όρους για τη Γερμανία δε. Βασικό του μέλημα ήταν να ληφθούν μέτρα για τη βελτίωση της απασχόλησης και την ενίσχυση της παραγωγής.
Το αποτέλεσμα ήταν να ταυτιστεί το όνομα του με τις αποτυχίες και την οικονομική δυστοκία της Βαϊμάρης, χωρίς καν να μπορέσει να πετύχει τις ΄λελογισμένες’ βελτιώσεις που επεδίωκε. Όταν επικράτησε ο Χίτλερ, ο Χίλφερντινγκ εξαναγκάστηκε σε εξορία στην Πράγα, μετά κυνηγημένος στη Γαλλία, όπου το καθεστώς του Βισύ τον παρέδωσε στην Γκεστάπο και μέσα σε λίγες μέρες ήταν νεκρός, υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες. Το τραγικό τέλος του Χίλφερντνινγκ απεικονίζει τη συνολική αποτυχία της γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση της χώρας και την άνοδο του φασισμού. Η πολιτική της συναίνεσης είχε εξωκείλει τελείως.

ΧΙΑΛΜΑΡ ΣΑΧΤ

Το δεύτερο πρόσωπο που ξεχωρίζει ήταν ο Χιάλμαρ Σαχτ. Γόνος αστικής οικογένειας, με γερμανικές και δανέζικες καταβολές, σπούδασε οικονομικά και δούλεψε στον τραπεζικό τομέα πριν και μετά τον πόλεμο. Συντηρητικός και αντικομμουνιστής, δεν είχε ιδιαίτερες θεωρητικές και πνευματικές ανησυχίες. Ήταν ίσως ο κορυφαίος τεχνοκράτης της εποχής του, έξυπνος, καλά μορφωμένος και αδίστακτος. Γρήγορα αναδείχθηκε σε συντηρητικό στυλοβάτη της Βαϊμάρης. Ως διοικητής της κεντρικής τράπεζας ήρθε σε σύγκρουση με τον Χίλφερντινγκ για τον έλεγχο του πληθωρισμού και επιβλήθηκε. Συγκρούστηκε ξανά με τον Χίλφερντινγκ για τους όρους δανειοδότησης του Σχεδίου Γιάνγκ.
Δύο πράγματα έκαναν τον Σαχτ να διακριθεί στην άσκηση οικονομικής πολιτικής στη Βαϊμάρη. Πρώτον, η ανασύσταση της κεντρικής τράπεζας και μαζί η σκληρή περιοριστική πολιτική που πρόκρινε για τον έλεγχο του πληθωρισμού, παρά το κόστος για τα εργατικά στρώματα. Δεύτερον και πολύ σημαντικότερο, η βαθμιαία συνειδητοποίηση από την πλευρά του ότι η συναινετική στάση, η πολιτική της προσαρμογής στις απαιτήσεις των δανειστών, έφερνε αδιέξοδο. Προς το τέλος της δεκαετίας του ’20, μετά από χρόνια χρέους, χαμηλής ανάπτυξης και κοινωνικής αποσάθρωσης, ο Σαχτ είχε καταλήξει: η Γερμανία ποτέ δε θα ανακτούσε την εθνική της ισχύ, ούτε η κοινωνία της θα έμπαινε σε πορεία ευμάρειας σε αυτήν τη βάση. Χρειαζόταν παρεμβατική κρατική πολιτική για εκβιομηχάνιση, επιθετική πολιτική ως προς το χρέος και επανεξοπλισμός.
Ακριβώς αυτά υποσχόταν και ο Χίτλερ, τον οποίο ο Σαχτ στήριξε ανοιχτά. Όταν οι Ναζί πήραν την εξουσία ο Χίτλερ του ανέθεσε ουσιαστικά την ευθύνη της οικονομικής πολιτικής. Ήδη το Ναζιστικό Κόμμα είχε αρνηθεί το γερμανικό χρέος και τις πολεμικές αποζημιώσεις. Το χρέος της Γερμανίας δεν τακτοποιήθηκε παρά το 1953, μέσω παραγραφής και ευνοϊκών όρων. Ο Σαχτ προχώρησε σε πρόγραμμα δημοσίων έργων και στήριξη της ιδιωτικής βιομηχανίας με στόχο την μείωση της ανεργίας. Ο επανεξοπλισμός της Γερμανίας, είχε παρόμοιες οικονομικές επιπτώσεις. Το πρόγραμμα του Σαχτ ήταν πολύ αποτελεσματικότερο του Νιου Ντιλ του Ρούζβελτ στις ΗΠΑ. Σε μικρό χρονικό διάστημα η ανεργία υποχώρησε και η οικονομική παραγωγή ανέκαμψε. Η σύγκριση με τις αποτυχίες της Βαϊμάρης ήταν καταλυτική και πρόσφερε νομιμοποίηση στο Ναζιστικό Κόμμα.
Ο Σαχτ δεν ήταν ο ίδιος Ναζί. Εξέφραζε εκείνο το κομμάτι της αστικής τάξης της Γερμανίας που αντιλήφθηκε ότι, αν δεν λαμβάνονταν δραστικά μέτρα, η χώρα ήταν καταδικασμένη μέσα στο πλαίσιο των Βερσαλλιών. Οι Ναζί ήταν το χρήσιμο εργαλείο που θα μπορούσε να πετύχει αυτόν τον στόχο, τσακίζοντας παράλληλα την Αριστερά και τις εργατικές οργανώσεις. Όταν η βαρβαρότητα και η εγκληματικότητα των ορδών του Χίτλερ φάνηκε καθαρά, ο Σαχτ φρόντισε να πάρει αποστάσεις και κατόρθωσε να περιβληθεί τον μανδύα του αντιστασιακού, γιατί συνελήφθη μετά την απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ το 1944. Μετά τον πόλεμο δικάστηκε στη Νυρεμβέργη, αλλά κατάφερε να αθωωθεί. Συνέχισε τις τραπεζικές του δραστηριότητες και πέθανε σε βαθιά γεράματα.

ΤΟ (ΗΘΙΚΟ) ΔΙΔΑΓΜΑ;

Η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα πολεμικών αποζημιώσεων, αλλά έχει τεράστιο χρέος και μηδαμινές προοπτικές ανάπτυξης. Το πρόγραμμα της τρόικα δεν είναι φυσικά η Συνθήκη των Βερσαλλιών, αλλά δημιουργεί πλήρες αδιέξοδο για τη χώρα και τον λαό της. Υπάρχει απτή αίσθηση οικονομικής κατάρρευσης, κοινωνικής διάλυσης και εθνικής ταπείνωσης. Οι κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές δυνάμεις που έχουν ήδη τεθεί σε κίνηση έχουν την αντιστοιχία τους με τη Βαϊμάρη. Στη χώρα μας δεν υπάρχουν βέβαια, ούτε Χίλφερντινγκ, ούτε Σαχτ, πόσο μάλλον τα υπόλοιπα πρόσωπα του γερμανικού δράματος. Υπάρχουν όμως τα βαλκανικά τους κακέκτυπα. Τα λοιπά συμπεράσματα δικά σας.

Πηγή.   http://costaslapavitsas.blogspot.gr/2013/01/blog-post_29.html