Θόδωρος Aγγελόπουλος: Tαξίδι στα όρια της Iστορίας


1234της Eιρήνης Στάθη

 

Το να είσαι φημισμένος, δε σημαίνει πως σε ξέρουν όλοι.

Όταν είσαι φημισμένος και άγνωστος,

επιτρέπεις σε κάποιον να σε ανακαλύψει.

JEAN COCTEAU

 

Αυτοί που γνωρίζουν μόνο το όνομά του και μερικές διαδόσεις για εκείνον, πηγαίνουν να δουν τις ταινίες του από

περιέργεια. Σ’ αυτούς που γνωρίζουν το έργο του, αρέσει να ξέρουν πως υπάρχει και να σκέφτονται γι’ αυτό. Oι άλλοι

είναι οι μελετητές που αγαπούν τις ταινίες του και στοχάζονται μαζί τους. Σε κάθε περίπτωση, το έργο του μοιάζει με

«αντικείμενο που δύσκολα επιλέγεται». Όσο πιο δύσκολα το επιλέγεις, τόσο πιο δύσκολα το αποχωρίζεσαι. Μοιάζει

όλο αυτό με «μια συνωμοσία θορύβου, όμοια με μια συνωμοσία σιωπής», που περιβάλλει τόσο τον Αγγελόπουλο όσο

και το έργο του.

Oι μεγάλες θεματικές που επανέρχονται και αλληλοπλέκονται σε όλο το μήκος του έργου τού Αγγελόπουλου, είναι: Ιστορία-

εξουσία και ταξίδι-εξορία – θέματα που δεν αυτονομούνται, αλλά βαθαίνουν τη σκέψη του και τον ωθούν στη χρήση

πρωτοποριακών τεχνικών και πολύπλοκων επιλογών. Ήδη από τις πρώτες του ταινίες (Μέρες του ’36, O θίασος, Oι κυνηγοί),

που κατά βάση στηρίζονται στα ιστορικά γεγονότα στην Ελλάδα, από το 1936 έως το 1977, ο Αγγελόπουλος προσπερνά την

κοινοτοπία να εξιστορήσει και να αναπαραστήσει τα επίσημα γεγονότα, κάνοντας απολογισμούς ή μετρώντας νίκες και ήττες

ηρώων. Προχωρά σε αφηγηματικά σχήματα και στοχασμούς που υπερβαίνουν την τρέχουσα αντίληψη για την εξέλιξη της

ιστορικής σκέψης, και δημιουργεί ένα σύνθετο και κριτικό σύστημα ανάγνωσης των παρελθόντων γεγονότων, που οι

συμβατικοί μηχανισμοί (ιστορικοί, κινηματογραφικοί) αποδεικνύονται ανεπαρκείς να προσεγγίσουν.

O Αγγελόπουλος είχε χαρακτηριστεί από την κριτική, μετά το θρίαμβο του Θιάσου στις Κάννες, το 1975, ως «ο

σκηνοθέτης της Ιστορίας».

Δε νομίζω ότι η φράση αυτή περιέκλειε, εκτός από εξαιρέσεις, κάτι περισσότερο από την

αναγνώριση ότι ο Αγγελόπουλος καταπιάστηκε με μια περίοδο και μια πλευρά της ελληνικής Ιστορίας που μέχρι εκείνη

τη στιγμή αποτελούσε ταμπού (μην ξεχνάμε ότι το μεγαλύτερο ενδιαφέρον εντοπιζόταν στο γεγονός ότι αναδυόταν ένα

ιδιαίτερο μοντέλο πολιτικού κινηματογράφου, παρά ένας νέος ιστορικός κινηματογράφος). Η φράση συνέπλεε με το

γενικότερο πολιτικό κλίμα της εποχής και συνδεόταν με τρέχοντα πολιτικά γεγονότα, κυρίως αυτά του ελλαδικού

χώρου. Δύσκολα χρόνια εκείνα της δεκαετίας του ’70: η δικτατορία, το Πολυτεχνείο, η πτώση της χούντας, η

μεταπολίτευση και η αποκατάσταση της δημοκρατίας, το «άνοιγμα» ενός διαλόγου που σημάδεψε την ελληνική

πολιτική τα χρόνια που ακολούθησαν. Το επαναστατικό πολιτικό πνεύμα της εποχής δεν μπορούσε παρά ν’ αγκαλιάσει

τον Αγγελόπουλο και να τον θεωρήσει εκφραστή εκείνης της μερίδας του κόσμου που έζησε και υπέστη τις συνέπειες

της διαίρεσης και του εμφυλίου πολέμου.

Υπ’ αυτήν την έννοια, ο Αγγελόπουλος ήταν ο σκηνοθέτης που για την κοινή γνώμη είχε αποπειραθεί να ρίξει μια

γέφυρα ανάμεσα στην ιστορική παράδοση (όχι και τόσο μακρινή, άλλωστε) και τη σύγχρονη κοινωνική

πραγματικότητα. Το ερώτημα, όμως, είναι άλλο: Τι καινούργιο εισήγαγε στο ζήτημα Ιστορία-Κινηματογράφος; Ή,

καλύτερα, τι κατά τον Αγγελόπουλο συμβαίνει με τον Κινηματογράφο όταν πρόκειται να στοχαστεί πάνω στην

Ιστορία; Ποια στάση και ποια δουλειά μπορεί και οφείλει να κάνει ο κινηματογράφος έναντι της Ιστορίας; Σήμερα, που

μπορούμε να είμαστε πιο νηφάλιοι σε σχέση με ό,τι συνέβη χθες, αλλά διαθέτουμε και τον τρόπο ν’ ανιχνεύσουμε και

τους καλλιτεχνικούς τρόπους με τους οποίους τα γεγονότα μπορούν να συντεθούν με χρήσιμο τρόπο, έτσι ώστε να

έχουν ένα νόημα κι ένα βάρος, θα λέγαμε ότι ο Αγγελόπουλος είναι μεν ο σκηνοθέτης της Ιστορίας, αλλά με την έννοια

ότι αναπαράγει μια πτυχή της Ιστορίας, αναπαριστώντας τα «εξόριστα» κομμάτια της ή, καλύτερα, αφήνοντάς τα να

αναπαρασταθούν μόνα τους. Αν, όμως, η Ιστορία είναι το σύνολο των ανθρωπίνων ενεργειών και πράξεων, τότε το

έργο του Αγγελόπουλου γίνεται ένα είδος ανοίγματος απ’ όπου μπορεί κανείς να κατασκοπεύει την ιστορική

κουλτούρα και κληρονομιά ενός λαού.

O Αγγελόπουλος «ιστορικός» ταξιδεύει μέσα στην Ιστορία και αναπαριστά ιστορικά γεγονότα και στιγμές,

εμπλέκοντας σ’ αυτό το ταξίδι μια σειρά από «ανιστορικά» στοιχεία που προέρχονται από μια διαφορετική γνωστική

πραγματικότητα, που είναι το σύνολο των σιωπηλών μαρτύρων οι οποίοι συμβάλλουν στη δημιουργία της πολιτιστικής

όψης και κληρονομιάς της χώρας. Το συνθετικό βλέμμα του καλλιτέχνη, η οξυδέρκεια και ο στοχασμός, διαπερνούν το

τείχος των γεγονότων και διερευνούν το βάθος της προέλευσής τους.

Η αγγελοπουλική αναπαράσταση ταξιδεύει σε κύκλους και ξεδιπλώνει όλους τους χρόνους που είναι γραμμένοι πάνω

στο παλίμψηστο του ιστορικού μωσαϊκού της Ελλάδας με τρόπο κριτικό και διαλεκτικό. Η ακριβής έννοια αυτού του

τύπου αναπαράστασης στον Αγγελόπουλο εμπεριέχεται ήδη στον τίτλο της πρώτης του ταινίας: Αναπαράσταση.

Φαίνεται σχεδόν αυτή η ταινία να αποτελεί ένα είδος εισαγωγής στο πνεύμα του υπόλοιπου έργου του· της εισαγωγής

σ’ ένα λεπτοδουλεμένο και αισθαντικό δοκίμιο πάνω στον κόσμο-αλήθεια όπως τούτος ο δημιουργός τον

αντιλαμβάνεται.

O Αγγελόπουλος διατηρεί τη θεμελιακή σχέση αναπαράστασης-αναφερομένου, εικόνας-πραγματικότητας, αλλά τη

ρυθμίζει με την προσθήκη νέων όρων: το θέατρο, το μύθο, την μπρεχτική αποστασιοποίηση, τη διάρκεια. Με τα

στοιχεία αυτά αποφεύγει την παγίδα τού ρεαλισμού, αντιτάσσοντας στην «πραγματικότητα» που μπορεί να παράγει

μόνο ένα πανομοιότυπο αντίγραφο του πρωτοτύπου, την αλήθεια του καλλιτέχνη που εκφράζει τον εαυτό του, ή το

«ψέμα» του. Τα πράγματα δείχνονται αντί να υποδηλώνονται με λέξεις. Αυτό που δείχνεται, βλέπεται· κατά συνέπεια,

γίνεται αληθινό – μια υποκειμενική, δική του αλήθεια, που βρίσκεται πέρα από τα γεγονότα και τις ιστορικές πράξεις.

Τον Αγγελόπουλο δεν τον ενδιαφέρουν οι ηρωικές πράξεις, ή, μάλλον, δεν υπάρχουν γι’ αυτόν ηρωικές πράξεις. Δεν

ασχολείται μ’ αυτό που όλοι ξέρουν, αλλά μ’ αυτό που δεν ξέρουν ότι γνωρίζουν· όχι μ’ αυτό που είναι εμφανές,

«μεγάλο», αλλά μ’ αυτό που είναι κρυμμένο στις σκοτεινές γωνιές της Ιστορίας και που το αναδεικνύει από την ταπεινή

του πλευρά: των μικρών ηρώων που είναι πάντα οι ίδιοι «φτωχοί», ανώνυμοι, που με διαφορετικό ρούχο, ίδιοι με τον

εαυτό τους, αλλά και διαφορετικοί, κατοικούν τις εποχές καθώς η μια διαδέχεται την άλλη, υφαίνοντας το δίχτυ αυτού

που ονομάζουμε λαϊκή μνήμη. Όλα όσα κινούν τη μοίρα τους, βρίσκονται πίσω απ’ τη σκηνή της Ιστορίας, στο

παρασκήνιο, που παραμένει σταθερό και αναλλοίωτο, και πάντα οδηγεί, με τελετουργική ακρίβεια, στην συνήθη

τραγική επανάληψή της.

Κάπου εδώ ο κινηματογράφος του Αγγελόπουλου συνθέτει τις βασικές παραμέτρους της δραματουργίας του: το μύθο, την

Ιστορία, την αναπαράσταση, το ταξίδι, την εξορία, που συναντιούνται, πλέκονται και αναπτύσσονται σε μια οντολογία της

κινηματογραφικής του πρακτικής.

Oι ταινίες της λεγόμενης «Τριλογίας της Ιστορίας» καλύπτουν την πρόσφατη ιστορία της Ελλάδας: από το 1936 –χρονολογία

έναρξης, με τις Μέρες του ’36– μέχρι το 1977 – χρονιά όπου τοποθετείται ο σύγχρονος χρονικός άξονας των Κυνηγών·

συνεπώς, απ’ τη δικτατορία του Μεταξά μέχρι τη μετα-μεταπολιτευτική Ελλάδα και τον σοσιαλιστικό προσανατολισμό της

πολιτικής που θα ακολουθήσει. Παρατηρώντας με προσοχή τις τρεις ταινίες, διαπιστώνουμε ότι παρουσιάζουν σημαντικές

διαφορές αφηγηματικού και δομικού χαρακτήρα. Στην πρώτη, δεν έχουμε κανένα συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός σε πρώτο

πλάνο. Η Ιστορία βρίσκεται κάτω από τα επεισόδια που συνθέτουν το φιλμικό κείμενο· επεισόδια, που ο ιστορικός θα τα

θεωρούσε ασήμαντα ή δευτερεύουσας σημασίας. Δεν έχουμε να κάνουμε με μια έξωθεν αναδρομική θεώρηση των γεγονότων

και της εποχής, ούτε με την αντίστοιχη ανοικοδόμησή τους προς όφελος της οπτικοποίησης, αλλά βρισκόμαστε μάλλον

μπροστά στο σκηνικό, το περιβάλλον μέσα στο οποίο ένα ιστορικό γεγονός, η ίδια η Ιστορία, γεννιέται.

Έχουμε, δηλαδή, τη

διαδικασία γένεσης της Ιστορίας. O σκηνοθέτης θέλει να περιγράψει το πώς γίνεται –κι όχι το πότε έγινε– ένα καθεστώς. Η

μίμηση και η επανάληψη δημιουργούν το σταθερό πλαίσιο βάσει του οποίου επαληθεύεται το συνεχές έτσι γίνεται.

Όπως έγινε η δικτατορία το ’36, έγινε και το ’67, και το ενδιαφέρον στην ταινία Μέρες του ’36 είναι ότι το ’67

υπαινίσσεται, παρά το γεγονός ότι τοποθετείται χρονικά στο ’36. Ό,τι δεν έχει ως σημείο αναφοράς ένα παραδειγματικό

μοντέλο, είναι «άνευ νοήματος», υπολείπεται αληθείας. Μπορούν να γυριστούν δεκάδες ταινίες πάνω στη δικτατορία

των συνταγματαρχών, κι όλες μπορούν να παραθέσουν με αληθοφάνεια και ακρίβεια τα γεγονότα, αν όμως δεν

αγγίζουν την ουσία, που είναι κυρίως το γενικό, αλλά και το ταυτόχρονα ειδικό κλίμα που προηγείται της σύλληψης,

της εκδήλωσης και της εγκαθίδρυσης όλων των δικτατοριών, όλων των εποχών και όλων των χωρών, κάτι θα λείπει.

Στο Θίασο, το σχήμα διαφοροποιείται, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στη δομή. Τώρα, το ταξίδι στην Ιστορία δε γίνεται νοητά

απ’ το θεατή, αλλά πραγματικά από τον πλανόδιο θίασο.

Η ταινία αναπτύσσεται γραμμικά, συνεχίζοντας από το 1939 για να

καταλήξει στο 1952, που είναι η ημερομηνία λήξης του ταξιδιού του θιάσου μέσα από τα μονοπάτια της Ιστορίας. Όμως, η

ανάδρομη πορεία του ιστορικού χρόνου υπογραμμίζει την ιδιαίτερη ιστορική αντίληψη του Αγγελόπουλου· ότι, δηλαδή, τα

πράγματα δεν ακολουθούν το νόμο του αιτίου-αιτιατού, αλλά μπορούν κάθε στιγμή να ανατρέπονται και να ξαναρχίζουν από

την αρχή. Αν προσθέσουμε και το θεατρικό στοιχείο, που εδώ εισάγεται πιο συγκεκριμένα –τόσο με τη θεατρική σκηνή όσο

και με τη μέθοδο της αποστασιοποίησης–, η δομή και η δραματουργία της ταινίας υπερβαίνουν όλα τα εσκαμμένα.

Η ομάδα των ηθοποιών, που τη μια παρακολουθεί τα γεγονότα της Ιστορίας να εκδηλώνονται μπροστά στα μάτια της,

την άλλη μοιάζει να πισωγυρίζει στην Ιστορία, για να παρευρεθεί σε κάτι που έγινε ερήμην της. Όμως, η ιστορική

περίοδος που καταγράφει η ταινία, ανήκει στο παρελθόν, αυτή η σελίδα γράφτηκε, ο ιστορικός έκανε τον απολογισμό,

αλλά η αλήθειά της (αν υπάρχει μία αλήθεια) βρίσκεται κάπου αλλού.

Αυτή η αλήθεια έχει πολλές όψεις, κι ο

Αγγελόπουλος έχει δικαίωμα, ως καλλιτέχνης, αν δεν μπορεί να τη βρει, να την επινοήσει, μέσω μιας συγκροτημένης

αναπαράστασης και στοχασμού, ανακαλώντας απ’ τη λαϊκή μνήμη το υπνωτισμένο σώμα της Ιστορίας και ζητώντας

του να επαναληφθεί, να πραγματωθεί, να επαληθευτεί στο παρόν της ταινίας του.

Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο, η ιστορική αλήθεια αναζητά τη βοήθεια των συνειρμικών μηχανισμών που προσφέρει η

προσθετική μνήμη και που ο Αγγελόπουλος την ενεργοποιεί χρησιμοποιώντας ως μεγεθυντικό φακό το μύθο. Το ταξίδι

στην Ιστορία περνάει μέσα απ’ το ταξίδι στο μύθο. Στο Θίασο, ο μύθος χρησιμοποιείται με δύο τρόπους: πραγματικά,

όταν η αφήγηση μετατοπίζεται σε μια χρονική εκκρεμότητα που στηρίζει και περιέχει την ανιστορικότητα του μυθικού

χρόνου, αυτόν που συνδέεται με το μύθο των Ατρειδών, και μεταφορικά, όταν συνοψίζει τις περιπέτειες του πλανόδιου

θιάσου σ’ ένα γνώριμο αρχετυπικό μοντέλο, που διατρέχει τους χώρους και τους χρόνους της Ιστορίας,

Η μυθική διάσταση στο έργο του Αγγελόπουλου έρχεται a posteriori. Δεν είναι ο μύθος που γίνεται Ιστορία, αλλά η Ιστορία

που διακηρύσσει την αλήθειά της μέσα από το μύθο.

Υπ’ αυτούς τους όρους, η ιστορική αλήθεια είναι δυνατή μόνο όταν

απομυθοποιείται το «μέγα», και προσλαμβάνει διαστάσεις ανθρώπινες, που μπορούν να είναι κατανοητές, οικείες και, σε

τελική ανάλυση, να συνθέσουν ένα σχήμα αναγνωρίσιμο από τη συλλογική μνήμη. Oι ήρωές του δε χρειάζονται συστάσεις· δε

χρειάζεται να μας εξηγήσουν ποιοι είναι κι από πού έρχονται. Δεν έχουν ανάγκη από ένα όνομα· δε χρειάζονται τα στοιχεία

της ταυτότητάς τους. Είναι οι εξόριστοι του ιστορικού χρόνου (εξόριστοι είναι οι περισσότεροι ήρωες του Αγγελόπουλου) –

έρχονται απ’ το μυθικό παρελθόν, απ’ το ιστορικό παρόν, από μεταφυσικό μέλλον (διευκρινίζουμε αμέσως ότι ως μεταφυσικό

εννοούμε τη διάσταση εκείνη που επιτρέπει στον Αγγελόπουλο να μεταμορφώνει την πραγματικότητα σε ποίηση). Αυτοί οι

ήρωες είναι οι φορείς της σημασίας της Ιστορίας, και η Ιστορία που δεν έχει ανάγκη από εξηγήσεις, είναι το θέμα ολόκληρης

της ταινίας.

Κι ενώ διανύσαμε σιγά σιγά την ανάστροφη πορεία από το 1952 στο 1939, η Ιστορία συνεχίζεται σ’ έναν σκοτεινό δρόμο.

κυνηγοί συναντούν την Ιστορία στο πρόσωπο του νεκρού αντάρτη, που το σώμα του κουβαλάει την πληγή της ακόμα ανοικτή,

να αιμορραγεί. Το ιστορικό λάθος, που δεν μπορεί να το αναγνωρίσει η Ιστορία, είναι βιωμένο στην εμπειρία εκείνων που,

εξόριστοι στο χιόνι, θα παραμείνουν εκεί για πάντα, αποκλεισμένοι απ’ τις μεγάλες αποφάσεις. Η πολιτική ασθένεια που

περιγράφει αυτή η ταινία, είναι γεμάτη φαντάσματα, ξεχασμένα στις παρυφές της επίσημης Ιστορίας. Αν η Ιστορία ξεχνά, τότε

μπορεί και να ξεχνιέται. Μπορεί, αλλά δεν συμβαίνει. Η συλλογική μνήμη θα μετατρέπει πάντα τα ιστορικά πρόσωπα σε

μυθικά σύνολα, σε αρχετυπικές δομές που υποκαθιστούν τους ήρωες και τους δίνουν μια διαχρονική διάσταση.

O Αγγελόπουλος χρησιμοποιεί την Ιστορία ως ένα ενιαίο όλον, ένα απύθμενο δοχείο που περιέχει όλη την ανθρώπινη

Ιστορία. Κι όταν το αδειάζει όλο στο γύρο μιας ταινίας, εκείνο είναι και πάλι γεμάτο για την επόμενη. Η Ιστορία δεν

περιορίζεται από όρια – ούτε χρονικά ούτε χωρικά.

Στη φιγούρα του Αλέξανδρου στον Μεγαλέξαντρο θα συμπυκνώσει

τις διάφορες στιγμές της ιστορικής διαδρομής, περικλείοντας μια ιστορική περίοδο που εκτείνεται από την αρχαιότητα

μέχρι τη σύγχρονη πραγματικότητα. Αυτό που η λαϊκή φαντασία μετατρέπει σιγά σιγά σε θρύλο, είναι μια σειρά από

ιστορικά πρόσωπα-σύμβολα, που παίρνουν τη μορφή ενός υπερφυσικού όντος το οποίο μπορεί και ανταποκρίνεται

στην εικόνα ενός εθνικού απελευθερωτή, αλλά δεν ανταποκρίνεται πλέον στον Αλέξανδρο ως ιστορικό πρόσωπο. O

μύθος βοηθά την Ιστορία να πραγματωθεί και ν’ αποκτήσει ένα νόημα. Όμως τι θα γίνει όταν ο μύθος-Μεγαλέξαντρος

φαγωθεί από το λαό; O ήρωας πεθαίνει, η Ιστορία σιωπά;

O Αγγελόπουλος, εμπνεόμενος από τη μικρή-μεγάλη (πάντως, Άλλη) Ελλάδα που βίωσε και βιώνει μέχρι σήμερα τα

δεσμά της Ιστορίας, δέσμιος κι ο ίδιος αυτής της Ιστορίας, συνειδητοποιώντας το μεγάλο δράμα των ανθρώπων που

προδόθηκαν από την Ιστορία, προδομένος κι ο ίδιος, θα συνεχίσει το ταξίδι του στον κινηματογράφο, κουβαλώντας την

απογοήτευση και των ηρώων του. Η επανάσταση που τρώει τα παιδιά της… Oι εξόριστοι των ταινιών του, που

διέτρεξαν απ’ άκρου εις άκρον την επικράτεια, θα συνεχίσουν το ταξίδι της εξορίας τους, από δω και στο εξής έχοντας

την Ιστορία ως φόντο.

Η κινηματογραφική αναπαράσταση του Αγγελόπουλου θα στραφεί στην αναζήτηση της ταυτότητας. Και πάλι, όμως, ο

Αγγελόπουλος δε θέλει να στραφεί αποκλειστικά στα υπαρξιακά προβλήματα των ατομικοτήτων. Αυτά είναι μόνο τα

προσχήματα για να μιλήσει για τα μεγάλα προβλήματα της εποχής του. Όσο πιο πολύ πλησιάζει τους ήρωες, τόσο πιο

πολύ απελπίζεται. Η απώλεια των αξιών, του οράματος και του συλλογικού ονείρου… Oι ήρωές του θα μοιάζουν όλο

και πιο χαμένοι. Στο Ταξίδι στα Κύθηρα, η αναζήτηση του πατέρα –έστω και μέσα απ’ το φακό της κινηματογραφικής

μηχανής του σκηνοθέτη που προσπαθεί να φτιάξει ένα ιστορικό παρελθόν– γίνεται μια χίμαιρα, που όλο έρχεται κι όλο

φεύγει. O πρώην πολιτικός πρόσφυγας, εξόριστος μια φορά, εξορίζεται μια δεύτερη. Η Ιστορία, η πατρίδα, ακόμα κι η

οικογένεια, τον αντιμετωπίζουν σαν ξένο σώμα, σαν παρείσακτο. Όμως, δεν μπορεί να εξοντωθεί· μπορεί μόνο να

υποστεί μιαν αναγκαστική εξουδετέρωση.

Το ζήτημα της Ιστορίας και το ζήτημα της εξορίας θα συνεχίσουν να εναλλάσσονται και στην επόμενη ταινία,

προστατευμένα μέσα στη μυθοπλασία, που όλα τα καθιστά ευκρινή με τη δύναμη της εικόνας.

Στο Μελισσοκόμο, μπροστά στην οθόνη μιας κινηματογραφικής αίθουσας, μ’ ένα απελπισμένο ερωτικό αγκάλιασμα, ο

Σπύρος θα επιχειρήσει να δώσει μια «παράταση» στην αγωνία της αποδοχής της δικής του εξορίας. Η αποξένωση από

όλα γύρω του, αλλά και η αδυναμία του να συμφιλιωθεί με μια γενιά χωρίς Ιστορία, θ’ αναγκάσει κι αυτόν τον ήρωα σε

μια επιστροφή στον οριστικό τόπο.

Ένας άλλος πατέρας, στο Τοπίο στην ομίχλη, θα χαθεί σ’ ένα τοπίο που δεν είναι καν δυνατόν να προσδιοριστεί

γεωγραφικά. Αν το φαντασματικό τοπίο που έχει εγκλωβίσει τον πατέρα-φάντασμα, είναι το κομμάτι του σελιλόιντ που

προσπαθούν να «διαβάσουν» τα δύο παιδιά, σημαίνει πως κι αυτός ο ήρωας χάθηκε στα μονοπάτια της Ιστορίας. Η

αναζήτησή του απ’ τα παιδιά θα προσθέσει ακόμα δύο ξένους που θα πλανηθούν πέρα απ’ το όριο μιας χώρας που

χάνει τις ρίζες της, για να διαπιστώσουν ότι ούτε και πέρα από το σύνορο υπάρχει μια χώρα, αλλά μόνο ένας τόπος

μέσα στην κινηματογραφική μυθοπλασία.

Σ’ αυτή τη δεύτερη τριλογία του Αγγελόπουλου συναντάμε το μύθο σε μια πορεία ανεξάρτητη απ’ αυτήν της

ιστορικότητας, να εκτείνεται πέρα απ’ αυτήν. Εδώ αρχίζει μια οδύσσεια της ίδιας της δημιουργίας, του βλέμματος και

της ύπαρξης. Η κλασική ανάγνωση του μύθου τού Oδυσσέα, του ταξιδιού, του νόστου και της επιστροφής στο σπίτι,

δεν μπορεί να βρει μια εφαρμογή απόλυτη. Συναντάμε περισσότερο ένα ίχνος της αναζήτησης της Αρχής, της

Προέλευσης. Όλα παραμένουν μια προσπάθεια και επιθυμία επιστροφής στην ιστορική καταγωγή; Μάλλον όχι με τόσο

απλό τρόπο. Περισσότερο μοιάζει με την προσπάθεια επαναπροσδιορισμού αυτού που ήδη είναι εδώ, του αυτό είναι,

που πολύ συχνά μας διαφεύγει – η επανεύρεση μιας εικόνας (ακόμα και μιας κινηματογραφικής εικόνας) που

ταυτίζεται με τον εαυτό της. Το ταξίδι στην εξορία και από την εξορία στον Αγγελόπουλο είναι η αλήθεια που

περιέχεται στον εαυτό της. Η σύνδεση της ιστορικής αλήθειας με τη φανταστική της διάσταση (το δοχείο που περιέχει

τη μυθική όψη της Ιστορίας) είναι εντέλει το θέμα αυτής της ύστερης περιόδου της αγγελοπουλικής γραφής: ο

άνθρωπος, χαμένος μέσα στον πλασματικό κόσμο της σύγχρονης εποχής, αναζητά ένα ιστορικό παρελθόν, αναζητά

κάτι που μπορεί να τον κάνει ακόμα να ονειρεύεται.

Η αυτοεξορία του σύγχρονου ανθρώπου (ή, έστω, του σημερινού Ευρωπαίου), ενός ανώνυμου που επιθυμεί ένα όνομα,

μια ταυτότητα και μια πατρίδα, μια γλώσσα, προετοιμάζει για τον Αγγελόπουλο τη φιγούρα του ανθρώπου-αναχωρητή

που θ’ ανοίξει την τρίτη του τριλογία (Το μετέωρο βήμα του πελαργού, Το βλέμμα του Oδυσσέα, Μια αιωνιότητα και μια

μέρα). Oι ήρωες του Αγγελόπουλου γίνονται αναχωρητές, πλάνητες και αλήτες, σπρωγμένοι απ’ την πικρή διαπίστωση

ότι τα δυτικά πολιτικά συστήματα ή η ίδια η διαδρομή της Ιστορίας δεν κατάφεραν να δημιουργήσουν τον ιδεατό

κόσμο που υπόσχονταν. Στο Μετέωρο βήμα του πελαργού, ο πολιτικός, μη μπορώντας να πάρει απαντήσεις ούτε απ’ την

πολιτική ούτε απ’ την Ιστορία, θα περάσει πέρα από το σύνορο, στον μετέωρο κόσμο του πρόσφυγα. Η όψη του

κόσμου που πνίγηκε στη ρητορική, έχασε ακόμα και την τελευταία ελπίδα: την ποίηση. Μια ποιητική φράση που θα

κρεμαστεί μόλις στα χείλη του πολιτικού, θα του υπενθυμίσει ότι μάταια επιχειρεί να αναστήσει στο χώρο του

Κοινοβουλίου την ψευδαίσθηση της ουτοπίας.

Oι απώλειες θα κατακλύσουν και την επόμενη ταινία του Αγγελόπουλου. O ήρωας του Βλέμματος του Oδυσσέα

επιστρέφει από την Ιστορία χωρίς όνομα, χωρίς βλέμμα, χωρίς καν τη χάρη να μιλάει τη γλώσσα του. Μια ομίχλη θα

σκεπάζει τα μάτια του, κι εκεί που θα ήθελε να βλέπει καθαρά, τον κόσμο να σφαδάζει μέσα στη δίνη των γεγονότων,

πέρα από τα σύνορα, στο εσωτερικό ενός κόσμου μετέωρου και δοκιμαζόμενου, καταφέρνει μόνο να πονάει στο

σκοτάδι του ταξιδιού του. Κάπως έτσι εμφανίζεται στον Αγγελόπουλο αυτό που θα ονομάζαμε «νοσταλγία της

Ιστορίας»· μια σχισμή απ’ την οποία μπορούμε απλώς ν’ ατενίζουμε την Ιστορία. Το αντίδοτο σ’ αυτή την

απογοήτευση είναι η τέχνη και η ποίηση.

Εκεί θα καταφύγει ο ήρωας της Αιωνιότητας… Αποκομμένος, απ’ την ιστορία, τη γλώσσα του, την ίδια τη ζωή, θ’

αφεθεί στον ελλειπτικό λόγο της ποίησης. Αυτός ο τελευταίος αγγελοπουλικός Αλέξανδρος γνωρίζει ότι οι λογαριασμοί

με την Ιστορία και τη ζωή παραμένουν ανοιχτοί. Γνωρίζει ότι μια απρόσωπη επιβίωση αντιστοιχεί σ’ έναν πραγματικό

θάνατο, στο βαθμό που μόνο το πρόσωπο και η μνήμη η οποία μπορεί να συνδεθεί με μια ιστορική διάρκεια, μπορούν

να θεωρηθούν πραγματική επιβίωση.

Η συνωμοσία του θορύβου, του θορύβου της αγωνίας μιας χώρας που αργοπεθαίνει, για να δανειστούμε τα λόγια του

Αγγελόπουλου από το Βλέμμα του Oδυσσέα, αφήνει σταδιακά τη θέση της στη συνωμοσία της σιωπής. Το έργο του

Αγγελόπουλου θα συνεχίσει να είναι κάτι που δύσκολα επιλέγεται, όπως κάθε έργο τέχνης που πρέπει να προστατεύει

και να προστατεύεται από παραμορφώσεις. Έχει ένα τέτοιο σχήμα, που δυσκολεύει την κατανόησή του. Όμως, όσο

λιγότερο κατανοητό γίνεται, τόσο πιο τελετουργικά ανοίγει και βαθαίνει. Κι αν φυλάει κάποια μυστικά, είναι για να

μην κινδυνεύει και να μη θέτει σε κίνδυνο.

Σ.α.γ. Θεόδωρε Αγγελόπουλε ταπεινά σε ευχαριστώ.Η «σκόνη του χρόνου» που άφησες πίσω σου,είναι Αιώνια…

Πηγή. http://www.theoangelopoulos.gr/index.php?lng=Z3JlZWs=

«Για τον Κέινς τα οικονομικά είναι κλάδος της ηθικής»


11Ο μαθητής του και καθηγητής του Κέμπριτζ, Τζεφ Χάρκορτ, μιλάει για την κρίση

Συνέντευξη στον Γιωργο Kαλπαδακη*

Σπουδαία μορφή στην ιστορία των οικονομικών επιστημών, ο Τζεφ Χάρκορτ συγκαταλέγεται μεταξύ των τελευταίων εναπομείναντων δεσμών μας με την πνευματική κοινότητα που συγκροτήθηκε μεταπολεμικώς από τον Τζον Μέιναρντ Κέινς.

Γεννημένος πριν από ογδόντα χρόνια στη Μελβούρνη, κατέφτασε στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ σε μια περίοδο όπου το τελευταίο αποτελούσε το «κάστρο» από το οποίο τα κεϊνσιανά οικονομικά κατακτούσαν τον κόσμο, ενώ οι διαπρεπείς συνεχιστές του έργου του Κέινς είχαν μετατρέψει τη σχολή σε φυτώριο λαμπρών οικονομολόγων. Προϊόν και συνδιαμορφωτής αυτού του περιβάλλοντος, ο κ. Χάρκορτ θεωρείται μεταξύ των θεμελιωτών της μετακεϊνσιανής θεωρίας, ενώ έχει συμβάλει τα μέγιστα στην ανάπτυξη της θεωρίας κεφαλαίου, βασικού αναλυτικού εργαλείου στα οικονομικά της εργασίας. Τα τελευταία του έργα τιτλοφορούνται «Η δομή των μετα-κεϊνσιανών οικονομικών» (2006) και «Τζόαν Ρόμπινσον» (2009), ενώ φέτος τιμήθηκε με το βραβείο Veblen-Commons της Ενωσης Εξελικτικών Οικονομικών. Καθηγητής επί πολλές δεκαετίες στο Κέμπριτζ και εταίρος πλείστων διεθνών ακαδημιών, προσφάτως ο κ. Χάρκορτ επέστρεψε στην Αυστραλία όπου είναι επίτιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αδελαΐδας.

Στη συζήτησή μας, αξιολογεί τις εξελίξεις στη διεθνή οικονομία και το εγχείρημα της ευρωπαϊκής νομισματικής ενοποίησης, ενώ αναπτύσσει το περίγραμμα για μια κεϊνσιανή στρατηγική αντιμετώπισης της κρίσης.

– Πώς ήταν για έναν οικονομολόγο το περιβάλλον στο Κέμπριτζ μεταπολεμικώς;

– Οταν πρωτοέφθασα στο πανεπιστήμιο, ο Κέινς εξακολουθούσε να αποτελεί τον φάρο που φώτιζε την πορεία όλων των κορυφαίων οικονομολόγων. Μέντορας όλων μας τότε ήταν ο Πιέρο Σράφα, στενός συνεργάτης του Κέινς και φίλος του Γκράμσι και του Βίτγκενσταϊν. Φαινόταν αρκετά κλειστός επειδή ανάρρωνε από έναν σοβαρό τραυματισμό, αλλά όταν άρχισα να διδάσκω στο Κέμπριτζ φάνηκε πιο προσηνής, πνευματώδης και καλή παρέα, έχοντας πλέον «απαλλαγεί» από το βάρος του κλασικού του έργου για την παραγωγή των εμπορευμάτων, καθώς και της θαυμάσιας έκδοσης των απάντων του Ρικάρντο που είχε ξεκινήσει να επιμελείται από το 1930.

Η Τζόαν Ρόμπινσον προκαλούσε τρόμο με την ευθύτητά της, αλλά προς τους μαθητές της ήταν πολύ υποστηρικτική. Ηταν ένας σταθμός η δημοσίευση του έργου της για τη συσσώρευση κεφαλαίου, όπου αποπειράθηκε να συναρθρώσει τις κλασικές, μαρξιστικές, κεϊνσιανές και καλεκιανές προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της συσσώρευσης και της ανάπτυξης. Ο Νίκολας Κάλντορ, συνθεμελιωτής του βρετανικού κράτους-πρόνοιας, ήταν επίσης μια ηγετική μορφή, εξωστρεφής, γεμάτος με ιδέες και συγγραφέας τολμηρών μελετών. Ιδιαίτερα πετυχημένες ήταν και οι παραδόσεις του αγαπημένου μαθητή του Κέινς, Ρίτσαρντ Καν, με επίκεντρο την προτίμηση ρευστότητας και τον ρόλο των χρηματιστηρίων.

– Πού αποδίδετε τη βραχύβια αναγέννηση των ιδεών του Κέινς στην περίοδο της παγκόσμιας κρίσης, που ο Τζέιμς Γκάλμπρεϊθ χαρακτήρισε ως μια «απατηλή αυγή» για τον κεϊνσιανισμό;

– Οταν η κρίση απείλησε τα θεμέλια της πραγματικής οικονομίας, είναι εύλογο ότι άρχισαν επιτέλους να καταρτίζονται ρεαλιστικά σχέδια που περιλάμβαναν την παροχή πακέτων βραχυπρόθεσμης δημοσιονομικής στήριξης. Τα μέτρα αυτά απέσπασαν τη συγκατάθεση όλων πλην των φανατικότερων υποστηρικτών του νεοφιλελευθερισμού. Στην αρχή της κρίσης, το αίσθημα της αυτοεπιβίωσης κατέτεινε στη σύμπραξη του βιομηχανικού και του χρηματιστικού κεφαλαίου. Στον προηγμένο καπιταλισμό, όμως, τα συμφέροντα του τελευταίου συνταιριάζουν όλο και λιγότερο με τις ανάγκες του βιομηχανικού και του εμπορικού κεφαλαίου. Ετσι, δεν άργησε να ξαναέλθει στην επιφάνεια ο ευμετάβλητος χαρακτήρας των απορρυθμισμένων αγορών συναλλάγματος και χρηματοπιστωτικών προϊόντων.

Οι κεϊνσιανές ιδέες, που διατηρούνται ζωντανές χάρις σε γενναίες φωνές βοώντων εν τη ερήμω όπως ο Πολ Κρούγκμαν, ο Τζο Στίγκλιτς, ο Χα-Τζουν Τσανγκ και η Στέφανι Μπλάνκενμπεργκ, σύντομα επισκιάσθηκαν από τα κραταιά νεοφιλελεύθερα δόγματα. Ο φόβος βρήκε έδαφος να ριζώσει και νεοσυντηρητικοί πολιτικοί από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού βρήκαν την ευκαιρία για να επιβάλλουν και πάλι τις αντιλήψεις τους για την οικονομία και την κοινωνία.

Ενωση με λάθος όργανα

– Ποια είναι η προοπτική της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης;

– Οταν ήταν μια κοινή αγορά, η ευρωπαϊκή κοινότητα είχε την ευκαιρία να ανθήσει, παρ’ όλο που ουσιαστικά αποτελούσε μια λέσχη για πλούσια κράτη που συνασπίζονταν εναντίον λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών. Η απόπειρα να επιβληθεί ένα κοινό νόμισμα σε μια τόσο ανομοιογενή συνομοσπονδία, ωστόσο, και μάλιστα χωρίς πρώτα να έχουν λαξευθεί όργανα σχεδιασμένα να επιφέρουν ουσιαστικές αναδιανομές πλούτου μεταξύ των μελών της, ήταν αναπόφευκτο να γεννήσει μεγάλα προβλήματα. Το εγχείρημα δυσχεράνθηκε ακόμα περισσότερο από την επιβολή αυθαίρετων δημοσιονομικών προϋποθέσεων για τη συμμετοχή στην ΟΝΕ. Ακόμα κι αν πρακτικές όπως η δημιουργική λογισμική έδωσαν στις κυβερνήσεις κάποια περιθώρια ελιγμού, οι τρέχουσες παρομοιώσεις των νοικοκυριών με τα κράτη, τα οποία ξορκίζονται να μην «ζουν πέρα από τις δυνατότητές τους», είναι όχι μόνο παραπλανητικές αλλά στερούνται οικονομικής βάσεως. Οπως επίσης στερείται λογικής η ύπαρξη μιας κεντρικής τράπεζας με αμιγώς συντηρητικό προσανατολισμό που καθορίζει τα επιτόκια για το σύνολο των ευρωπαϊκών κρατών.

– Πώς αξιολογείτε την αποτελεσματικότητα των συνταγών που επιδιώκονται να εφαρμοσθούν στις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας;

– Με την εμμονή της στην εφαρμογή δραματικών μέτρων λιτότητας, η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει ουσιαστικά «σφραγίσει» τη βραχυπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη αποτυχία της προσπάθειας. Η επιδείνωση των εθνικών οικονομιών και η αύξηση της κοινωνικής αναταραχής απλά θα οξύνουν τα ίδια προβλήματα που είχαν γεννήσει την αναγκαιότητα λήψης μέτρων στην αρχή της κρίσης.

Πράγματι, σε κάποιες χώρες παρίσταται η ανάγκη για ριζική αναδιάρθρωση. Αλλά αυτό προϋποθέτει μια μακρά περίοδο κατά την οποία θα πρέπει να παρασχεθεί σοβαρή υποστήριξη προς αυτές, στη σκιά των τεράστιων αλλαγών που είναι αναπόφευκτο να επέλθουν στους θεσμούς και στο οικονομικό και κοινωνικό τους περιβάλλον. Οπως και στις ΗΠΑ, όμως, έτσι και στην Ευρώπη οι συνταγματικοί και πολιτικοί περιορισμοί καθιστούν αυτήν την προοπτική σχεδόν ανέφικτη, καθότι οι υπάρχουσες θεσμικές δομές έχουν αποδειχθεί εντελώς ανεπαρκείς. Επιπλέον, καμία προσπάθεια δεν έχει επιχειρηθεί για να επιβληθούν οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις στα διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

Στόχος η βιώσιμη απασχόληση

– Πώς εκτιμάτε ότι θα αξιολογούσε ο Κέινς την τρέχουσα κρίση;

– Πιστεύω ότι θα συμφωνούσε με την Τζόαν Ρόμπινσον, η οποία είχε χαρακτηρίσει τον νεοφιλελευθερισμό ως μια προ-κεϊνσιανή θεωρία που όμως διαδόθηκε μετά τον Κέινς. Ο Κέινς πάντοτε προσάρμοζε τη σκέψη και τις πολιτικές του προτάσεις ανάλογα με τις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Αλλά εκτιμώ ότι θα παρέμενε προσηλωμένος στον κεντρικό στόχο του, που ήταν να διατηρηθεί η εσωτερική ισορροπία σε όλες τις περιοχές, δηλαδή με ελεγχόμενο πληθωρισμό και τα υψηλότερα δυνατά επίπεδα απασχόλησης. Ετσι, μολονότι δεν ανθίστατο στην απελευθέρωση του εμπορίου μακροπρόθεσμα, εν τούτοις θα ανέμενε στην εισαγωγή μόνιμων μηχανισμών ελέγχου σε όλες τις οικονομίες και θα επιχειρούσε να σχεδιάσει θεσμούς και εργαλεία ικανά να οδηγήσουν στη δημιουργία ενός ενιαίου διεθνούς νομίσματος. Οι πιστώτριες χώρες θα ήταν εκείνες που θα επωμίζονταν το κύριο βάρος της προσαρμογής, επιτρέποντας έτσι την άμβλυνση των αποπληθωριστικών και συσταλτικών τάσεων που είναι εγγενείς στην παγκόσμια οικονομία. Ο Κέινς αναγνώριζε ότι, σε εθνικό επίπεδο, η επίτευξη του στόχου της βιώσιμης απασχόλησης προϋποθέτει την κατάρτιση μόνιμων εισοδηματικών πολιτικών σχεδιασμένων σύμφωνα με τις ιστορικές εμπειρίες και τα κοινωνιολογικά χαρακτηριστικά της κάθε οικονομίας. Από τη φιλοσοφία του, επίσης, θα προέκυπτε η ανάγκη καθορισμού χαμηλών επιτοκίων σε συνδυασμό με ποσοτικούς ελέγχους της προσφοράς πίστωσης από όλες τις πηγές, καθώς και η διοχέτευση κυβερνητικών δαπανών σε «πράσινες» υποδομές που υπαγορεύονται από τις μακροπρόθεσμες ανάγκες της κάθε οικονομίας. Παράλληλα, θα αξιοποιούνταν οι μεταβολές στο φορολογικό συντελεστή, προκειμένου να επηρεασθούν τα βραχυπρόθεσμα επίπεδα δραστηριοποίησης.

Τα μέτρα αυτά συγκλίνουν απόλυτα με τους βασικούς στόχους του Κέινς και προσιδιάζουν στις φιλελεύθερες αρχές από τις οποίες εμφορείτο. Αρχές που δεν απέβλεπαν μόνο στην εδραίωση ενός δημοκρατικού καπιταλιστικού συστήματος με ανθρώπινο πρόσωπο, αλλά αντιμετώπιζαν τα οικονομικά γι’ αυτό που είναι – ένας κλάδος της ηθικής, κι οπωσδήποτε όχι των φυσικομαθηματικών επιστημών.

* Ο κ. Γιώργος Καλπαδάκης είναι διεθνολόγος.

Πηγή. http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_1_04/09/2011_454680

http://en.wikipedia.org/wiki/Geoff_Harcourt

ΟΜΙΛΙΑ Α. ΤΣΙΠΡΑ ΣΤΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ BROOKINGS


123Σ.Α.Γ.Θεωρώ την ομιλία πολύ σημαντική και αρκετά κατατοπιστική για τα μηνύματα που άφησε να εννοηθούν ο κ.Τσίπρας.Σαν αρχηγός της αντιπολίτευσης, ο λόγος του σε ένα τέτοιο ίδρυμα, μέσα στις ΗΠΑ, υπό τις παρούσες καταστάσεις, πίστευα ότι θα είχε ενδιαφέρον.Προσωπικώς,μετά από μία προσεκτική ανάγνωση, δεν με ικανοποίησε.

«Κυρίες και κύριοι,
Αποτελεί τιμή και ξεχωριστή χαρά για εμένα να βρίσκομαι σήμερα στο Brookings:
• Ένα ίδρυμα με ισχυρή παράδοση στις τεκμηριωμένες συζητήσεις.
• Ένα ίδρυμα που μπορεί να καταλάβει τι διακυβεύεται στην Ελλάδα και στην Ευρώπη σήμερα.
Όταν ήμουν μικρός, θυμάμαι τους μεγαλύτερούς μου να μου λένε ότι αν η Αμερική αρπάζει ένα κρύωμα, η Ελλάδα κρεβατώνεται με πνευμονία.
Σήμερα, ακούω ότι κάποιοι από τους πολιτικούς σας προειδοποιούν την κυβέρνηση των ΗΠΑ να τους ακούσει αν δε θέλει να γίνει… Ελλάδα.
Ένα πράγμα είναι σαφές: οι χώρες μας μπορεί να είναι πολύ διαφορετικές και σε μέγεθος και σε δομές. Ξέρουμε επίσης ότι υπάρχουν σκιές και προβλήματα του παρελθόντος τα οποία θέλουμε να υπερβούμε.

Υπάρχουν όμως και δεσμοί ισχυροί οι οποίοι σε ένα παγκοσμιοποιημένο τοπίο, γίνονται όλο και ισχυρότεροι.
Διότι η δική μας καταστροφή αφορά και εσάς.
Ένα πράγμα που ως Έλληνας παρατηρώ περπατώντας στους δρόμους σας, είναι ότι η Αμερική δεν βρίσκεται στην κατάσταση κατάθλιψης την οποία δυστυχώς η χώρα μου βιώνει σήμερα. Δεν είδα κλειστά καταστήματα, βλοσυρά πρόσωπα, σημάδια απελπισίας παντού.
• Η Αμερική απέφυγε την κατάθλιψη μετά το 2008.
• Προφανώς και εσείς πληρώσατε ένα βαρύ τίμημα μετά την Κρίση του 2008.
• Η οικονομία σας εξακολουθεί να δυσκολεύεται να ανακάμψει.
• Το ποσοστό απασχόλησης σας είναι ακόμα οδυνηρά χαμηλό.
• Ο λαός σας είναι ακόμα ανήσυχος.
• Εκατομμύρια κόσμου ακόμα δυσκολεύεται να κερδίσει τα προς το ζην.
• Σχεδόν όλος ο κόσμος παραμένει θυμωμένος με όλους όσοι προκάλεσαν τόσο πόνο.
• Αλλά την κατάθλιψη την αποφύγατε.
Σε αντίθεση, η Ελλάδα βιώνει μια βαθιά κατάθλιψη. Και λέγοντας αυτό δεν εννοώ βαθιά ύφεση. Εννοώ κατάθλιψη.
Θέλω να ξεκαθαρίσω το εξής.
Είναι για εμάς σαφές ότι η ελληνική οικονομία και ο ελληνικός κρατικός μηχανισμός είχαν τα δικά τους ενδογενή προβλήματα. Αυτά τα προβλήματα είναι δομικά και έχουν βαθιές ρίζες.
Δεν δημιούργησαν όμως την κρίση στην Ελλάδα. Η κρίση δεν είναι ελληνική. Δεν προκάλεσαν την κρίση αλλά την επιδείνωσαν.
Και επιτρέψτε μου να πω ότι ο ελληνικός λαός είναι λαός εργατικός. Δυστυχώς όμως συκοφαντήθηκε από την πολιτική του ηγεσία.
Αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα
• Ακόμα και οι υγιείς επικερδείς επιχειρήσεις χρεοκοπούν.
• Νέοι άνθρωποι υψηλής κατάρτισης με διδακτορικά από Αμερικανικά και Βρετανικά Πανεπιστήμια, δεν μπορούν να βρουν εργασία.
Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί δεν υπάρχει ένα τέλος σε αυτή τη δίνη;
Η βασική απάντηση είναι διότι το πιστωτικό σύστημα έχει σταματήσει να λειτουργεί και το κράτος αντί να βοηθά υπονομεύει δυνατότητες ανάπτυξης.
Οι τράπεζές μας δεν μπορούν ούτε να δανειστούν ούτε να δανείσουν. Την ίδια στιγμή:
• Το χρεοκοπημένο κράτος μας δανείζεται χρήματα από την Ευρώπη και το ΔΝΤ εκ μέρους των τραπεζών, αλλά αυτά τα κεφάλαια εξαφανίζονται στις μαύρες τρύπες των τραπεζών.
• Η βιομηχανία μας και ο τομέας των υπηρεσιών μας κείται σε ερείπια ενώ το κράτος επιτίθεται στα μειωμένα εισοδήματα εκείνων που ακόμα εργάζονται για να καλύψουν τα ελλείμματα του.
• Μόνο που δεν μπορεί να το επιτύχει αυτό καθότι το δημόσιο χρέος μας αυξάνεται ενώ το εθνικό εισόδημα από το οποίο το χρέος πρέπει να αποπληρωθεί μειώνεται γρήγορα.
Και αυτός ο φαύλος κύκλος περιστρέφεται όλο και πιο γρήγορα.
Υπουργοί της Κυβέρνησης ομολογούν ιδιωτικά ότι κι εκείνοι σκέφτονται ότι οι πολιτικές τους εντείνουν την κρίση -προσθέτοντας ότι δεν έχουν εναλλακτική- ότι αυτές οι πολιτικές τους επιβάλλονται από την Ευρώπη.
Κάθε φορά που η Ελληνική κυβέρνηση κάνει άλλη μια αισιόδοξη ανακοίνωση οι άνθρωποι το συγκρίνουν με την καταστροφή που βλέπουν γύρω τους και χάνουν κάθε πίστη ότι αυτοί οι οποίοι οδηγούν το έθνος ξέρουν τι κάνουν.
Φοβούμαι πως για πολλούς οικονομολόγους αλλά και φοιτητές στον τομέα της Δημόσιας Πολιτικής η χώρα μας έχει μετατραπεί σε ένα εργαστήριο πολιτικών λιτότητας.
• Αν θέλετε να δείτε με ποιο τρόπο η εφαρμογή προκυκλικών οικονομικών πολιτικών καταστρέφει τον κοινωνικό ιστό, μετατρέποντας μία ύφεση σε βαθειά Κρίση, ελάτε στην Ελλάδα.
• Αν θέλετε να δείτε με ποιο τρόπο η επιβολή του μεγαλύτερου προγράμματος δημοσιονομικής πειθαρχίας εν καιρώ ειρήνης, αποτυγχάνει ως προς την αντιμετώπιση της κρίση χρέους, ελάτε στην Ελλάδα.
• Εάν θέλετε να δείτε με ποιο τρόπο η κλεπτοκρατία καταφέρνει να παραμείνει στην εξουσία έχοντας καταστρέψει ένα ολόκληρο έθνος, ελάτε στην Ελλάδα.
Η επικρατούσα άποψη είναι ότι ο κύκλος της ύφεσης που σας περιγράφω ξεκίνησε εξαιτίας του υπερδανεισμού του Ελληνικού κράτους κατά την περίοδο που προηγήθηκε του Κραχ του 2008. Αυτό δεν είναι αναληθές.
Ωστόσο από πλευράς ανάλυσης δεν βοηθά στην προσπάθεια μας να κατανοήσουμε τα αίτια της κρίσης. Είναι κάπως σαν να λέμε ότι ένας ασθενής που πάσχει από καρκίνο πονάει. Αυτό μπορεί πράγματι να ισχύει όμως η συγκεκριμένη παρατήρηση δεν μπορεί να εξηγήσει τι ακριβώς προκάλεσε τον καρκίνο, τι τύπο καρκίνου ή ποια θεραπεία μπορεί να βοηθήσει στην ίασή του. Το χρέος, όπως και ο πόνος, είναι το σύμπτωμα ενός βαθύτερου προβλήματος.
Εάν δεν με πιστεύετε ότι το χρέος δεν είναι η αιτία της κρίσης, σκεφτείτε το παράδειγμα της Ιρλανδίας. Ή της Ισπανίας. Τα επίπεδα του δημοσίου χρέους τους το 2008 ήταν χαμηλότερα από αυτά της Γερμανίας. Οι κρατικοί προϋπολογισμοί τους ήταν πλεονασματικοί, εν αντιθέσει με αυτόν της Γερμανίας ο οποίος ήταν ελλειμματικός. Και παρόλα αυτά η Ιρλανδία και η Ισπανία βρέθηκαν στον ίδιο φαύλο κύκλο με την Ελλάδα: περικοπές μισθών, μείωση της ζήτησης, αύξηση της ανεργίας, μετανάστευση, απογοήτευση. Γιατί;
Ο λόγος είναι, βέβαια, ότι οι χώρες μας είναι μέρος μιας άσχημα σχεδιασμένης Νομισματικής Ένωσης. Μιας νομισματικής ένωσης που έκανε δύο πράγματα:
• Αφαίρεσε από τις οικονομίες μας την ικανότητα να απορροφήσουν ένα σοκ, σε περίπτωση που μας χτυπήσει μια παγκόσμια ή περιφερειακή κρίση.
• Και φρόντισε ώστε, όταν ήρθε το σοκ, να είναι πολύ, πολύ μεγαλύτερο! Γιατί μεγαλύτερο; Επειδή, κατά τη διάρκεια των «καλών εποχών», η νομισματική μας ένωση οδήγησε σε γιγαντιαίες ροές κεφαλαίων από τις πλεονασματικές χώρες στις ελλειμματικές μας χώρες. Οι ροές δημιούργησαν φούσκες που, με τη σειρά τους, δημιούργησαν την εντύπωση της ανάπτυξης (μεγέθυνσης) και της προόδου.
• Στην Ισπανία, τα χρήματα που προέρχονταν από τη Γερμανία και αλλού ήταν δανεισμένα από ιδιώτες-επενδυτές. Οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν, οι άνθρωποι δανείστηκαν σε μεγάλο βαθμό από τις τράπεζες για να τα αγοράσουν, οι τιμές στη συνέχεια πήγαν ακόμα πιο ψηλά, οι άνθρωποι αισθάνθηκαν πλούσιοι, ξόδεψαν περισσότερο και, ως εκ τούτου, η ισπανική οικονομία αναπτύχθηκε γρήγορα στις πλάτες του ιδιωτικού χρέους.
Στην Ελλάδα, τα χρήματα από τη Γερμανία και αλλού ήταν δανεισμένα από το κράτος, το οποίο τα έδωσε στη συνέχεια στους ιδιώτες-επενδυτές για την κατασκευή δρόμων, Ολυμπιακών εγκαταστάσεων.
Την ίδια στιγμή, η φοροδιαφυγή και οι φοροαπαλλαγές για τους πλούσιους, δεν επέτρεψαν έναν ισοσκελισμένο προϋπολογισμό.
Όταν οι χρηματοπιστωτικές αγορές κατέρρευσαν το 2008, τόσο η Ισπανία όσο και η Ελλάδα ήταν στο δρόμο προς την καταστροφή. Στην Ισπανία, όπως και στην Ιρλανδία, η αγορά ακινήτων κατέρρευσε, οι τιμές έπεσαν, οι άνθρωποι κατέληξαν με σπίτια που άξιζαν λιγότερο από ό,τι τα δάνεια τους, πολλοί χρεοκόπησαν. Όταν οι τράπεζες άρχισαν να έχουν πρόβλημα, το κράτος παρενέβη και ενέγραψε τις απώλειές τους στα βιβλία του. Με τον τρόπο αυτό, τόσο οι τράπεζες όσο και το κράτος χρεοκόπησαν.
Στην Ελλάδα, το κράτος χρεοκόπησε άμεσα, δεδομένου ότι ήταν αυτό που είχε δανειστεί σε πολύ μεγάλο βαθμό. Στη συνέχεια, οι τράπεζες που είχαν δανείσει το κράτος επίσης χρεοκόπησαν. Στη συνέχεια, οι επενδυτές χρεοκόπησαν. Σύντομα, ολόκληρη η χώρα είχε καταρρεύσει.
Δεδομένης της δομής της ευρωζώνης, όπου τα κράτη, χωρίς μία Κεντρική Τράπεζα από πίσω τους, έπρεπε να βάλουν πλάτη στην πτώχευση των τραπεζών, και όπου οι τράπεζες έπρεπε να συνεχίσουν τη χρηματοδότηση των χρεωκοπημένων κρατών, ήταν αναπόφευκτο ότι η θανάσιμη αγκαλιά μεταξύ αφερέγγυων τραπεζών και αφερέγγυων κρατών θα οδηγούσε σε φαινόμενο ντόμινο.
Σε εκείνο το σημείο, η Ευρωπαϊκή Ένωση αρνήθηκε να δει κατάματα τα διαρθρωτικά ρήγματα στην καρδιά της νομισματικής ένωσης.
• Αποφάσισαν ότι ήταν καλύτερα να προσποιούνται ότι αυτό είναι απλώς μια κρίση δημόσιου χρέους, από το να παραδέχονταν ότι έχουν σχεδιάσει μια νομισματική ένωση-έκτρωμα.
• Αποφάσισαν να επιβάλουν λιτότητα σε υπό κατάρρευση οικονομίες, εξασφαλίζοντας έτσι ότι ο ρυθμός της κατάρρευσης θα επιταχυνθεί.
• Με τον τρόπο αυτό, επέφεραν μια ύφεση που δεν ήταν απαραίτητο να έχουμε..
• Και επιμένουν ακόμα σε αυτό.
• Με τεράστιο ανθρώπινο κόστος.
• Και με ένα φοβερό κόστος για τη δημοκρατία.
Λοιπόν, κυρίες και κύριοι, στέκομαι μπροστά σας και ντρέπομαι βαθιά αλλά θα πω ότι κανένα από αυτά τα μαθήματα δεν το έχει πάρει η Ευρώπη.
Ένα άλλο πράγμα που μας έχει διδάξει η κρίση του 1929 είναι ότι, εάν η πολιτική τάξη αποτύχει να αντιμετωπίσει τις συνέπειες αυτής της κατάρρευσης, και η οικονομική κάμψη μετατραπεί σε ύφεση, οι Ναζί θα βρεθούν σύντομα στο Κοινοβούλιο.
Και στο Κοινοβούλιο της χώρας μου, είμαστε υποχρεωμένοι κάθε μέρα να καθόμαστε απέναντι από μια πτέρυγα των Ναζί κακοποιών που προωθούν τον αντισημιτισμό και χαιρετούν όπως ο Αδόλφος Χίτλερ.
Επειδή ανέφερα την περίοδο μεσοπολέμου, τη Μεγάλη Ύφεση, είναι ενδιαφέρον για μένα να συγκρίνουμε την Κεντρική μας Τράπεζα , την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, με τη Fed (Την Ομοσπονδιακή τράπεζα), εδώ στην Ουάσιγκτον.
Το γεγονός ότι ο επικεφαλής της Κεντρικής σας Τράπεζας, κ. Ben Bernanke, έκανε την ακαδημαϊκή εργασία του, μελετώντας την Μεγάλη Ύφεση, είναι σημαντικό. Μπορεί να είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους η Fed έχει συμπεριφερθεί τόσο διαφορετικά από την ΕΚΤ.
Αν συγκρίνει κανείς τη γλώσσα που χρησιμοποιείται από τον κ. Bernanke κατά τη διάρκεια των πέντε τελευταίων ετών με εκείνη των τραπεζιτών της Κεντρικής μας Τράπεζας, θα εντοπίσει τη διαφορά. Η Κεντρική Τράπεζα της Ευρώπης, η Κεντρική μας Τράπεζα, φαίνεται ανέγγιχτη από την οικονομική κρίση που εξελίσσεται κάτω από τη μύτη της. Αν οι κεντρικοί τραπεζίτες μας είχαν περάσει λίγο περισσότερο από το χρόνο τους μελετώντας την Μεγάλη Ύφεση, τα πράγματα μπορεί να ήταν διαφορετικά
Επιμένοντας για ένα λεπτό στο θέμα της Μεγάλης Ύφεσης , επιτρέψτε μου να σας υπενθυμίσω την ευφυή επισήμανση του Φραγκλίνου Ρούσβελτ ότι, σε μια εποχή ύφεσης, το χειρότερο που πρέπει να φοβόμαστε είναι ο ίδιος ο φόβος. Στη χώρα μου, λες και ήθελαν να αποδείξουν ότι έχει δίκιο ο Roosevelt, προς όφελός τους, οι κλεπτοκράτες αγωνίζονται να παραμείνουν στην εξουσία διασκορπίζοντας το φόβο. Το φόβο για την εναλλακτική λύση στην κυριαρχία τους. Το φόβος για εμάς. Το φόβο για την Αριστερά που εκπροσωπώ εδώ σήμερα.
Υπάρχει κάτι να φοβηθεί κανείς από την Αριστερά στην Ελλάδα; Με ποιο τρόπο είμαστε ριζοσπαστικοί; Οι κινδυνολόγοι θα σας πουν ότι το κόμμα μας, αν έρθει στην κυβέρνηση, θα σκίσει τη δανειακή σύμβαση με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΔΝΤ, θα βγάλει τη χώρα έξω από την ευρωζώνη, θα διακόψει τους δεσμούς της Ελλάδας με την πολιτισμένη Δύση, ότι η Ελλάδα θα γίνει μια νέα Βόρεια Κορέα.
Αυτό είναι κινδυνολογία στα χειρότερά της. Ο ΣΥΡΙΖΑ, το κόμμα μου, δε θέλει τίποτα από αυτά. Ήμασταν πάντα, και πάντα θα παραμείνουμε, ένα ευρωπαϊκό κόμμα.
Το ότι πιστεύουμε ότι η Ευρώπη έχει χάσει το δρόμο της, και ότι επιβάλλει απάνθρωπες πολιτικές στους ίδιους τους λαούς της, δε μπορεί να θεωρηθεί αντι-ευρωπαϊκό. Πρέπει η πολιτική μας να ανταποκρίνεται στα συμφέροντα των λαών της Ευρώπης. Και στην ιδέα ότι η Ευρώπη είναι το σπίτι μας και πρέπει να το υπερασπιστούμε από τη Μεγάλη Ύφεση που εξαπλώνεται και η οποία απειλεί όχι μόνο εμάς τους Ευρωπαίους, αλλά και ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία. Θέλουμε να σταματήσουμε τον κατακερματισμό της Ευρώπης. Και αυτό σημαίνει να αντισταθούμε στις σημερινές πολιτικές της Ευρώπης.
Επιτρέψτε μου να το πω αυτό ξεκάθαρα: ο ΣΥΡΙΖΑ θα κρατήσει την Ελλάδα στην Ευρωζώνη. Αλλά αυτό δεν σημαίνει αποδοχή ηλίθιων και απάνθρωπων πολιτικών που μας υπαγορεύονται από τούς σημερινούς, αυτοκαταστροφικούς ιθύνοντες της Ευρωζώνης. Όχι! Πράγματι, κατά την άποψή μου, προκειμένου να παραμείνουμε μακροπρόθεσμα στην Ευρωζώνη, πράγματι προκειμένου η Ευρωζώνη να επιβιώσει, χρειαζόμαστε μια αλλαγή σχεδίου. Χρειαζόμαστε μια ορθολογική επανεκτίμηση της στρατηγικής μας για την καταπολέμηση της κρίσης. Όχι σε ελληνικό επίπεδο. Στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αλλά αυτή η νέα στρατηγική δεν θα έρθει μέχρις ότου και εκτός εάν ένα κόμμα όπως το δικό μας φωνάξει στις Βρυξέλλες: Φτάνει πια!
Αυτό που λέμε είναι ότι η συμφωνία αυτή παραβιάζεται καθημερινά από την ίδια την πραγματικότητα. Η δανειακή σύμβαση θα γίνει αντικείμενο επαναδιαπραγμάτευσης.
Αλλά το Μνημόνιο της λιτότητας είναι ήδη νεκρό.
Επιτρέψτε μου να υπογραμμίσω ότι δεν είναι δουλειά του ΔΝΤ να προβλέψει τι θα συμβεί αν ο ΣΥΡΙΖΑ κερδίσει. Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε χωρίς τέτοια σχόλια που υπονομεύουν τη σταθερότητα της οικονομίας ακόμη περισσότερο.
Ωστόσο, χαιρετίζω την προειδοποίηση για Βρυξέλλες, Φρανκφούρτη και Βερολίνο ότι η συμφωνία αυτή έχει ξεπεραστεί από την πραγματικότητα.
Ότι είναι αδύνατον να εφαρμοστεί με επιτυχία, ακόμα και αν ο Σύριζα πείσει κάθε Έλληνα, κάθε Ελληνίδα και κάθε Ελληνόπουλο να ξυπνάει και να κοιμάται σε καθημερινή βάση με την πρόθεση να την τηρεί.
Βλέπετε, πρόκειται για μια συμφωνία που έρχεται σε αντίθεση με τους νόμους της οικονομίας. Και για το λόγο αυτό, η επίμονη εφαρμογή της συμφωνίας αυτής έρχεται σε αντίθεση με τους νόμους του ανθρωπισμού.
Έτσι, αν οι ριζοσπαστικές πολιτικές του ΣΥΡΙΖΑ δεν αφορούν στο να βγάλει την Ελλάδα από την Ευρωζώνη. Και αν δεν πρόκειται να σκίσει τις συμφωνίες μας με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Τι σημαίνει η ετικέτα μας ως Ριζοσπαστικής Αριστεράς;
Σημαίνει ότι το είμαστε έτοιμοι για ριζικές μεταρρυθμίσεις στο κράτος, ώστε να δημιουργηθεί ένα σταθερό περιβάλλον δικαιοσύνης, αναδιανομής του πλούτου, και επενδύσεων.
Σημαίνει ότι θα συνεχίσουμε να επιμένουμε ότι η Ευρωζώνη χρειάζεται νέα θεμέλια.
Σημαίνει ότι δεν θα αποδεχτούμε την ευρωπαϊκή μετενσάρκωση του Χέρμπερτ Χούβερ να στοιχειώνει τους λαούς της Ευρώπης.
Σημαίνει ότι θα αντιταχθούμε σε κάθε προσπάθεια να εξηγηθεί η κρίση του ευρώ, με το σχήμα «Οι τζίτζικες του Νότου ξόδεψαν υπερβολικά χρησιμοποιώντας τα μυρμήγκια του Βορρά ως εγγυητές».
Σημαίνει ότι συνεχίσουμε να εξηγούμε ότι η κρίση του ευρώ συνέβη επειδή οι τζίτζικες της Γερμανίας και της Ελλάδας έκαναν πάρτυ πριν από το 2008, κερδίζοντας εις βάρος των σκληρά εργαζόμενων μυρμηγκιών τόσο στη Γερμανία όσο και στην Ελλάδα.
Και όταν συνέβη το κραχ, οι τζίτζικες της Γερμανίας και της Ελλάδας απαίτησαν ότι τις απώλειές τους θα τις πληρώσουν τα μυρμήγκια της Γερμανίας και της Ελλάδα.
Σημαίνει ότι θα απαιτήσουμε ένα Νέο Σύμφωνο (new deal) για την Ευρώπη, που θα κινητοποιήσει τις παραγωγικές δυνατότητες της Ηπείρου ενάντια στη φτώχεια και την απελπισία.
Τον περασμένο Ιούνιο, ο ΣΥΡΙΖΑ τινάχθηκε από το 4 στο 27% αλλά δεν ήταν πρώτο κόμμα.Πολλοί από εσάς πρέπει να έχετε ακούσει την προπαγάνδα, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα κόμμα επικίνδυνα άπειρο.
Σήμερα, στέκομαι εδώ, μπροστά σας, έτοιμος να απαντήσω στις ερωτήσεις σας, και υπερήφανος να πω:
Ναι, είμαστε άπειροι στο να συνάπτουμε σκιερές συμφωνίες με τους κλεπτοκράτες και τους ολιγάρχες. Ναι, είμαστε άπειροι στη συγκάλυψη σκανδάλων δωροδοκίας, όπως το διαβόητο σκάνδαλο της Siemens. Όπως το σκάνδαλο απόκρυψης της λίστας Λαγκάρντ. Ναι είμαστε άπειροι. Ναι, δεν έχουμε στο ενεργητικό μας καμία υπογραφή δανειακής σύμβασης που αντιβαίνει στη λογική της μακροοικονομίας. Ναι, οι σκέψεις μας είναι σαφείς και τα χέρια μας είναι σταθερά. Και, πάνω απ «όλα, είναι καθαρά.
Τελευταίο, αλλά όχι έσχατο, το μήνυμά μου σε αυτό το κοινό, εδώ στο Brookings, είναι ότι το κόμμα μας θέλει να καθιερώσει έναν αμοιβαία επωφελή διάλογο με καλοπροαίρετους, προοδευτικούς στοχαστές από την δική σας πλευρά του Ατλαντικού.
Θέλω να σας πω ότι οι άνθρωποι στην Ελλάδα, ακόμη και της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, σας θεωρούν συνοδοιπόρους στην πολύπλευρη, αλλά σημαντική επιχείρηση για την αποκατάσταση της ευημερίας και της ελπίδας στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.
Ο υπόλοιπος κόσμος, έχοντας σημειώσει τεράστια πρόοδο τις τελευταίες δεκαετίες, παρακολουθεί εμάς τους Ευρωπαίους και τους Αμερικανούς με αγωνία. Δεν πρέπει να τους απογοητεύσουμε όπως ακριβώς δεν πρέπει να απογοητεύσουμε τους ίδιους τους λαούς μας.
Πρέπει να αποδείξουμε όλοι μαζί ότι η ανθρωπότητα έχει γίνει σοφότερη από τις καταστροφές που έχει ζήσει στο παρελθόν.

Σας ευχαριστώ»

Πηγή. http://iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=10763:tsipras-brookings&catid=83:aristera&Itemid=200