Το κέντρο δεν θα κρατήσει. Η άνοδος και η πτώση του φιλελευθερισμού


Amin2του Σαμίρ Αμίν*

Με αφορμή το βιβλίο του Immanuel Wallerstein, The Modern World System IV: Centrist Liberalism Triumphant, 1789–1914 (Berkeley: University of California Press, 2011), 396 σελίδες.

Η ανάλυση του Ιμάνουελ Βάλερστάιν στον τέταρτο τόμο της σειράς για το σύγχρονο παγκόσμιο σύστημα είναι απόλυτα συνεπής με τον τίτλο. Ο συγγραφέας έχει κάνει μια σημαντική ανάλυση της γέννησης και του επακόλουθου θριάμβου  του “φιλελεύθερου κέντρου” της Ευρώπης του 19 ου αιώνα. Δεν σκοπεύω να συνοψίσω το δημιουργικό έργο, οι θέσεις του οποίου υποστηρίζονται με ισχυρά επιχειρήματα.

Διαβάστε το και όποια κι αν είναι η γνώμη σας, θα μάθετε πολλά απ΄ αυτό. Θα αναδείξω τέσσερα μείζονα σημεία αυτής της συμβολής για να κατανοήσουμε τον κόσμο μας , τα εξής:

1) τη μεγάλη σημασία της Γαλλικής Επανάστασης

2)τη μακροχρόνια ιδεολογική και πολιτική σύγκρουση μέσω της οποίας εμφανίζεται η αποκρυστάλλωση του φιλελεύθερου κέντρου,

3) τον παραλληλισμό του Βαλερστάιν μεταξύ Γαλλίας και Αγγλίας,

4) τη γέννηση της κοινωνικής επιστήμης , που είναι ένα από βασικά παράγωγα του φιλελευθερισμού. Με αυτό τον τρόπο, προτείνω να συνεχίσουμε την εξελισσόμενη συζήτηση που συνέδεσε τον Βαλερστάιν με τους εκλιπόντες συναδέλφους μας Αντρέ Γκίντερ Φρανκ και Τζιοβάνι Αρίγκι και εμένα επί τέσσερις  δεκαετίες.

Η μεγάλη σημασία της Γαλλικής Επανάστασης

Συμμερίζομαι πλήρως την εκτίμηση για τη μεγάλη σημασία της Γαλλικής Επανάστασης  με τον Καρλ Μαρξ και τον Έρικ Χόμπσμπομ (και ελάχιστους άλλους!), μια εκτίμηση που σήμερα έχει γίνει μειοψηφικό ρεύμα στην ιστορική σκέψη, κάτω από τον ανταγωνισμό του μεταμοντέρνου ρεύματος που έχει αφιερωθεί στην υποτίμηση της σημασίας της , κυρίως προς όφελος της Αμερικανικής και της Αγγλικής.  Ωστόσο, η Γαλλική Επανάσταση  σηματοδότησε την πολιτική τροχιά των σύγχρονων καιρών πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη.
Κατά τη γνώμη μου, το πρώτο ζήτημα είναι η συνάρθρωση ανάμεσα στους ταξικούς αγώνες (με την ευρύτερη έννοια του όρου, π.χ. με όλες τις διαστάσεις των πολιτικών και ιδεολογικών εκφράσεών τους) , από τη μια, και στη σύγκρουση των “εθνών” (ή κρατών), από την άλλη, εν προκειμένω της Γαλλίας και της Αγγλίας, όσον αφορά τη διαμόρφωση της παγκόσμιας ιστορίας  — που γίνεται αντιληπτή ως συμπίπτουσα γενικά με την ανάπτυξη της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας.

WallersteinΓια να το πούμε πιο απλά, η πρώτη διάσταση, η ταξική πάλη, θα μπορούσε να περιγραφεί ως εσωτερικός παράγοντας (σε καθεμία από τις δύο χώρες) και η δεύτερη διάσταση, η διακρατική σχέση, θα μπορούσε να περιγραφεί ως εξωτερικός παράγοντας. Ο Βαλερστάιν θεωρεί καθοριστική τη δεύτερη διάσταση. Η Γαλλική Επανάσταση, λέει,  δεν είναι ένα γαλλικό γεγονός, αλλά προϊόν της εξελισσόμενης σύγκρουσης  μεταξύ Γαλλίας και Αγγλίας για την ηγεμονία στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία. Παρόλο που κατά την άποψή μου υπερβάλλει ως προς αυτό, ο Βαλερστάιν έχει το καλό ότι, γι΄ αυτό ακριβώς το λόγο, αποδίδει μεγάλη αξία στη Γαλλική Επανάσταση ως προς το ρόλο της στην οικοδόμηση του σύγχρονου παγκόσμιου συστήματος.
Θα επανέλθω αργότερα στην κεντρική συνάρθρωση μεταξύ ταξικών αγώνων και της διαμόρφωσης του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού που, όπως πιστεύω, διέπει την εξέλιξη της ριζοσπαστικής κριτικής του καπιταλισμού, τόσο κατά τον 19 ο αιώνα (το κύριο θέμα του τόμου αυτού) όσο και κατά τον 20ό και αναμφίβολα κατά τον 21ο (με τον οποίο αναμένεται να  ασχοληθεί ο Βαλερστάιν στον επόμενο τόμο του έργου του).
Η Γαλλική Επανάσταση υποκαθιστά την κυριαρχία του μονάρχη με αυτή του λαού, αποτελεί την ίδια τη γέννηση της νεότερης πολιτικής και της δημοκρατίας, που καθίσταται ομοούσια μ΄ αυτήν. Βεβαίως, η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας και το Σύνταγμα των ΗΠΑ είχαν ήδη διακηρύξει την αρχή (“Εμείς ο λαός”). Ωστόσο, απ΄ αυτή τη δήλωση δεν εξάχθηκαν συμπεράσματα. Το ακριβώς αντίθετο, οι προσπάθειες των Ιδρυτών Πατέρων συγκεντρώθηκαν στην εξουδετέρωση του αντίκτυπου αυτής της δήλωσης.

Οι φάσεις από τις οποίες πέρασε η Γαλλική Επανάσταση (η γιακωβίνικη ριζοσπαστικοποίησή της που ακολουθήθηκε από το ακριβώς αντίστροφο) σχετίζονταν μ΄ αυτά τα κεντρικά θέματα:Πώς να κατανοήσουμε και να ορίσουμε την κυριαρχία του λαού και πώς να θεσμοποιήσουμε την εκπλήρωσή της. Η Αγγλική Επανάσταση του 1688 ήταν σαφές ότι στάθηκε πολύ πιο αδιάφορη γι΄ αυτά τα θέματα, τα οποία δεν τα εξέτασε ποτέ, αρκούμενη στον περιορισμό των εξουσιών του κυρίαρχου μέσω της συγκεκριμένης επιβεβαίωσης των εξουσιών της ανερχόμενης αστικής τάξης, χωρίς συνεπώς να αποκηρύξει τις εξουσίες της αριστοκρατίας.
Εξ ου και κάνω τη διάκριση ανάμεσα στις “μεγάλες επαναστάσεις”, που προβάλλονται βαθιά στο μέλλον, και στις “συνηθισμένες επαναστάσεις” που αρκούνται να προσαρμόσουν την οργάνωση της εξουσίας στις άμεσες απαιτήσεις των εξελισσόμενων κοινωνικών σχέσεων. Η Γαλλική Επανάσταση ανήκει στην πρώτη κατηγορία, όπως η Ρωσική και η Κινεζική αργότερα.

Η εμφάνιση του φιλελεύθερου κέντρου

Η Γαλλική Επανάσταση αντιμετώπισε αμέσως τις συντηρητικές /αντιδραστικές δυνάμεις. Έχω ορίσει ως τέτοιες όσες αρνούνται τη νεωτερικότητα, την οποία αντιλαμβάνομαι να θεμελιώνεται  στην εξαγγελία ότι ο “άνθρωπος”  δημιουργεί την ιστορία του, ενώ οι αντιδραστικοί διατηρούν το δικαίωμα της πρωτοβουλίας για το Θεό (και την Εκκλησία Του) και για τους προγόνους τους (ιδίως τους αριστοκράτες).

Συνεπώς, στην επανάσταση, οι μετριοπαθείς δημοκράτες  (για του οποίους η δημοκρατία είναι αδιαχώριστη από την υπεράσπιση της ατομικής ιδιοκτησίας) και οι ριζοσπάστες  (που ανακαλύπτουν τη σύγκρουση ανάμεσα στις αξίες της ελευθερίας και της ισότητας) αρχίζουν να μάχονται μεταξύ τους.  Οι αντικειμενικές συνθήκες της εποχής δεν τους επιτρέπουν να υπερβούν κάποια όρια και συγχύσεις. Οι ριζοσπάστες, που κινούνται προς το σοσιαλισμό,  θα επιτύχουν απλώς την αυτονομία από τη γιακωβίνικη παράδοση της ριζοσπαστικής επανάστασης, αρχίζοντας από το 1848. Οι αγώνες γίνονται γύρω από τη διάκριση του Σεγιές (στην οποία έδωσε έμφαση ο Βαλερστάιν)  ανάμεσα στον ενεργό και στον παθητικό πολίτη, την υποσκέλιση της αντιπροσωπευτικής εκλογικής δημοκρατίας, που αρχικά περιόριζε τα δικαιώματα ψήφου και αργότερα καθιέρωσε το γενικό εκλογικό δικαίωμα, και τη μέθοδο της διεύθυνσης της οικονομίας (που διέπεται από την ατομική ιδιοκτησία και τον ανταγωνισμό).

Έχω προτείνει μια περιγραφή αυτής της σύγκρουσης με την οποία δίνω έμφαση στη φιλοσοφική συζήτηση που εγκαινιάστηκε με το Διαφωτισμό και αφορά την “ορθολογικότητα”.  Η αποκρυστάλλωση του αστικού κοινωνικού σχεδίου αποσυνδέει τη διαχείριση της πολιτικής (που την εμπιστεύεται σε μια εκλογική δημοκρατία βασισμένη σε περιορισμένα δικαιώματα ψήφου και στη συνέχεια στο καθολικό εκλογικό δικαίωμα) από τη διεύθυνση της οικονομίας (που ελέγχεται από την ατομική ιδιοκτησία και τον ανταγωνισμό). Τούτες οι δύο διαστάσεις της πραγματικότητας στη συνέχεια επανασυνδέονται με τον επιφανειακό –και λανθασμένο– ισχυρισμό της “φυσικής” σύγκλισης των ορθολογικοτήτων: την ορθολογικότητα των πολιτικών επιλογών και την ορθολογικότητα των αγορών.
Οι κοινωνικοί αγώνες των μειονεκτούντων εναντίον της εξουσίας των  ωφελημένων από τον νέο φιλελευθερισμό (μιας εξουσίας που συνδέεται με το συντηρητισμό ο οποίος σταδιακά γίνεται πιο μετριοπαθής εφόσον αποδέχεται την εξέλιξη και τη νεωτερικότητα)  επιβάλλουν προοδευτικές αλλαγές τόσο πολιτικές (καθολικό δικαίωμα ψήφου) όσο και οικονομικές (ελευθερία στους εργάτες να οργανώνονται, ένα δικαίωμα που τους το είχαν αρνηθεί αρχικά εν ονόματι του φιλελευθερισμού).

Εντούτοις, ο ευρωπαϊκός σοσιαλισμός που αποκρυσταλλώνεται σ΄ αυτό το πλαίσιο θα ενσωματωθεί, στη συνέχεια, σταδιακά στην καπιταλιστική νεωτερικότητα μέσω της εξέλιξης του φιλελευθερισμού που καθίσταται συνεπώς “κεντρώος” και ικανός να υιοθετεί κοινωνικές θέσεις. Ο συντηρητισμός του ίδιου του κράτους –ο βοναπαρτισμός της Τρίτης Αυτοκρατορίας και ο Μπίσμαρκ στη Γερμανία– χρησιμοποιείται για να επιταχύνει  την εξέλιξη των ίδιων των φιλελεύθερων. Κατά τη γνώμη μου, εξακολουθεί να ισχύει ότι αυτή η εξέλιξη , που επιστέφει την επιτυχία του κεντρώου φιλελευθερισμού στα τέλη του 19 ου αιώνα, δεν μπορεί να διαχωριστεί από την ιμπεριαλιστική θέση των κέντρων στο παγκόσμιο σύστημα του καπιταλισμού/ιμπεριαλισμού.

HobsbawnΟ Βαλερστάιν παρέχει σημαντικές αναλύσεις αυτών των ζητημάτων οι οποίες συμπληρώνουν, κατά τη γνώμη μου, με αξιοσύνη τα κείμενα του Μαρξ και του Χόμπσμπομ, μεταξύ άλλων. Δεν πρόκειται να υπεισέλθω σ΄ αυτό το θέμα εδώ. Ο κεντρώος φιλελευθερισμός που θριαμβεύει στην Ευρώπη και την Αμερική  στη συνέχεια αναπτύσσεται σε όλες τις διαστάσεις της πραγματικότητας: (i) είναι η έσχατη έκφραση της ιδεολογίας που κυριαρχεί μέχρι σήμερα  (“ο φιλελεύθερος ιός”). (ii) Διατυπώνει τη μέθοδο διαχείρισης της πολιτικής πρακτικής της αντιπροσωπευτικής εκλογικής δημοκρατίας (στην οποία καθίσταται καθολικό το δικαίωμα της ψήφου), ορίζει την κατανομή των εξουσιών και τα δικαιώματα του πολίτη . (iii) Συνδυάζει αυτή τη διατύπωση με την οικονομική διαχείριση που βασίζεται στο σεβασμό της ιδιοκτησίας. (iv) Παρέχει νομιμοποίηση στις νέες θεμελιώδεις κοινωνικές ανισότητες  (εργατικός μισθός έναντι καπιταλιστών και ιδιοκτητών ακινήτων). (v) Συνδυάζει αυτή την ομάδα δικαιωμάτων και καθηκόντων με τον ισχυρισμό του “εθνικού συμφέροντος” σε σχέση με άλλα κράτη του κεντρικού καπιταλισμού. (vi) Συνδυάζει όλες αυτές τις πρακτικές που εφαρμόζονται στο κεντρώο φιλελεύθερο έθνος με τις πρακτικές κυριαρχίας πάνω σε “άλλους” (η ιμπεριαλιστική διάσταση του σχεδίου).

Ο παραλληλισμός Γαλλίας / Αγγλίας

Και σε αυτό το ζήτημα, με μεγάλη αυθεντικότητα, ο Βαλερστάιν απομακρύνεται από τον ακόμη και σήμερα κυρίαρχο λόγο που αντιπαραθέτει τις εξελίξεις στη Γαλλία και την Αγγλία κατά τον 19ο αιώνα. Ως αντίστιξη, προτείνει  με πειστικά επιχειρήματα έναν παραλληλισμό των εξελίξεων στις δύο μεγάλες χώρες της κεντρώας φιλελεύθερης νεωτερικότητας.

Συμμερίζομαι, βεβαίως, την άποψη του Βαλερστάιν ότι το συγκριτικό πλεονέκτημα της Αγγλίας δεν προκύπτει τόσο πολύ από την πρόοδό της στη βιομηχανική επανάσταση, αλλά περισσότερο από τον έλεγχο μιας γιγαντιαίας αποικιακής αυτοκρατορίας, που θεμελιώθηκε ιδίως με την κατάκτηση της Ινδίας. Η αγγλική πραγματικότητα, περισσότερο από την πραγματικότητα σε οποιαδήποτε άλλη χώρα του νέου κέντρου του παγκόσμιου συστήματος, δεν μπορεί να διαχωριστεί από την αυτοκρατορία της. Η Βρετανική Αυτοκρατορία είναι ένα πρότυπο υποσύστημα του νέου καπιταλιστικού/ιμπεριαλιστικού συστήματος. Οι Νοτιοαφρικανοί κομμουνιστές που στη δεκαετία του 1920 είχαν εστιάσει τις αναλύσεις τους στην αμφισβήτηση αυτής της πραγματικότητας, όπως επίσης τα κείμενα των Αμίγια Μπάγκι, Τζιοβάνι Αρίγκι και άλλων, συνέβαλαν στην προβολή αυτής της ουσιαστικής παρατήρησης.

Θα έπρεπε, όμως, εξαιτίας όλων αυτών να υποβαθμιστεί έως του μηδενός η ιδιαιτερότητα της βιομηχανικής επανάστασης, με τον περιορισμό της σε μια σειρά τεχνολογικών καινοτομιών παρόμοιων με αυτές που είχαν εμφανιστεί σε άλλες εποχές και σε άλλους τόπους; Δεν νομίζω. Η νέα “μηχανο-φακτούρα” θα έπρεπε να συγκριθεί με τις “μανουφακτούρες”  των προηγούμενων εποχών. Εγκαινιάζει τη μαζική αποειδίκευση των εργατών που, καθώς επιδεινώνεται, οδηγεί κατευθείαν τον τεϊλορισμό των “μοντέρνων καιρών” που περιγράφεται από τον Χάρι Μπρέιβερμαν (και τον Τσάρλι Τσάπλιν). Η νέα βιομηχανική επανάσταση  δομείται με τη σειρά της γύρω από έναν συγκεκριμένο τύπο αγροτικής ανάπτυξης, βασισμένης στην ταχεία απαλλοτρίωση της γης της πλειονότητας των χωρικών. Η ανάπτυξη αυτού του μοντέλου του καπιταλισμού θα ήταν μη διατηρήσιμη χωρίς την ασφαλιστική δικλίδα της μαζικής μετανάστευσης στη Βόρεια και Νότια Αμερική.  Το “ευρωπαϊκό” καπιταλιστικό μοντέλο (το οποίο δεν μπορούσε να εξαχθεί) δεν αποτελούσε βεβαίως τον μόνο ιστορικό δρόμο προς πιθανές προόδους. Η “εργώδης επανάσταση” της Κίνας  που ανακαλύφθηκε ξανά από τα πρόσφατα έργα του Κένεθ Πόμεραντς και του Τζιοβάνι Αρίγκι, και η οποία βασιζόταν στο ότι η πλειονότητα των αγροτών είχε πρόσβαση στη γη, δείχνει ότι υπήρχαν και άλλοι δρόμοι προς την πρόοδο που η κυρίαρχη ευρωκεντρική σκέψη δεν μπορούσε καν να φανταστεί.

Amin1Όπως και να έχει, ο θρίαμβος του ευρωπαϊκού μοντέλου μετασχημάτισε πλήρως την ιστορία και, συνεπώς, έδωσε αφορμή σε μια σειρά απλουστεύσεων στις οποίες επισύρει την προσοχή μας ο Βαλερστάιν. Στα μέσα του 19ου αιώνα, η αγγλική οικονομία βασιζόταν ακόμη ευρέως στη γεωργία και το γαλλικό βιομηχανικό σύστημα δεν ήταν πίσω από αυτό των Άγγλων ανταγωνιστών, μας υπενθυμίζει ο Βαλερστάιν.
Ωστόσο, ενώ η ομοιότητα των αλλαγών σε Γαλλία και Αγγλία είναι προφανής σε τομείς που αφορούν την οικονομική πρόοδο της καπιταλιστικής ανάπτυξης, δεν μπορεί να πει κανείς το ίδιο για τους πολιτικούς αγώνες που συνόδευσαν αυτές τις αλλαγές.  Ο αγγλικός δρόμος χαρακτηρίζεται από διαδοχικούς συμβιβασμούς ανάμεσα στην αστική τάξη, που περιγράφεται ως “μεσαία τάξη”, και την αριστοκρατία  του Ancien Regime— κάνοντας έτσι πιο ήπια τα αποτελέσματα της εισόδου της εργατικής τάξης στην πολιτική σκηνή. Στη Γαλλική Επανάσταση , η αντιπαράθεση ανάμεσα στην εργατική τάξη και στις κυβερνήσεις που λειτουργούσαν προς όφελος της αστικής τάξης είναι απείρως πιο ορατή. Ο “ιρλανδικός” παράγοντας, το αποτέλεσμα ενός ειδικού τύπου εσωτερικής αποικιοκρατίας μοναδικής για την Αγγλία, συνέβαλε, με τη σειρά του, στην καθυστέρηση της ωρίμανσης της ριζοσπαστικής σοσιαλιστικής συνείδησης στην Αγγλία. Και δεν είναι τυχαίο ότι η πιο προωθημένη στιγμή όσον αφορά την έκφραση αυτής της ριζοσπαστικοποίησης είναι η Παρισινή Κομμούνα, κάτι  πολύ δύσκολο  να φανταστεί κανείς ότι θα γινόταν στην Αγγλία.

Στις ΗΠΑ, η ριζοσπαστική λαϊκή συνιστώσα απέτυχε μέχρι στιγμής να ξεχωρίσει από τη φιλελεύθερη δημοκρατία. Κατά τη γνώμη μου, ο λόγος είναι τα καταστροφικά αποτελέσματα των διαδοχικών μεταναστευτικών κυμάτων, στο πλαίσιο των οποίων η κατασκευή των κοινοτισμών,  με ιεραρχικό τρόπο, υποκατέστησε την ωρίμανση της ριζοσπαστικής σοσιαλιστικής συνείδησης.
Όμως, παρά τις διαφορές στις οποίες εστίασα την προσοχή εδώ, το τελικό αποτέλεσμα είναι ταυτόσημο: το ίδιο φιλελεύθερο κέντρο και ο ίδιος ιστορικός συμβιβασμός ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία που καθορίζει την ύπαρξη ενός φιλελεύθερου κέντρου το οποίο θριαμβεύει πάνω απ΄ όλα ως μια μορφή διαχείρισης της μοντέρνας κοινωνίας στα τέλη του 19 ου αιώνα, και όχι μόνο στην Αγγλία, στη Γαλλία και στις ΗΠΑ, αλλά σε όλη την Ευρώπη, παρά τις αποχρώσεις. Ο βασικός λόγος αυτής της σύγκλισης είναι απλώς η κυρίαρχη (ιμπεριαλιστική) θέση της Ευρώπης και των ΗΠΑ στο παγκόσμιο σύστημα, η κατασκευή του οποίου τελειοποιείται κατά τον 19ο αιώνα.

Ο Σέσιλ Ρόουντες κατανόησε θαυμάσια, αναμφίβολα πολύ καλύτερα από πολλούς Ευρωπαίους σοσιαλιστές, ότι η επιλογή ήταν “ιμπεριαλισμός ή επανάσταση”. Ο αντίκτυπος των ταξικών αγώνων σε κάθε έναν από τους κοινωνικούς σχηματισμούς του συστήματος και ο αντίκτυπος των συγκρούσεων ανάμεσα στα κράτη για τη θέση τους στην παγκόσμια ιεραρχία είναι πράγματα αδιαχώριστα.

Η εμφάνιση των κοινωνικών επιστημών

Η εικόνα που αντλούμε από τον Βαλερστάιν για τη γέννηση των κοινωνικών επιστημών τον 19 ο αιώνα είναι μια πειστική εκδήλωση της αναπόφευκτης σχέσης ανάμεσα στην αποκρυστάλλωση των ορισμών των νέων αντικειμένων που αποτελούν καθεμία από αυτές τις επιστήμες και της ανάπτυξης του φιλελεύθερου καπιταλισμού τον 19ο αιώνα.

Η γέννηση της κοινωνικής σκέψης που ανταποκρίνεται σε κριτήρια επιστημονικής αντικειμενικότητας θα μπορούσε να είναι μόνο, σύμφωνα με τον ίδιο τον ορισμό της, προϊόν της νεωτερικότητας, θεμελιωμένη στην αναγνώριση ότι οι άνθρωποι δημιουργούν την ιστορία τους. Στις προγενέστερες εποχές, η πιο εξελιγμένη σκέψη μπορούσε απλώς να αναθέτει στον εαυτό της το ρόλο του συμφιλιωτή ανάμεσα στην πίστη και στον ορθό λόγο, ενώ το μοντέρνο επιστημονικό σχέδιο εκχωρεί  το μεταφυσικό ενδιαφέρον για την έρευνα του απόλυτου στους θεολόγους, προκειμένου να συγκεντρωθεί αποκλειστικά στην ανακάλυψη σχετικών και περιορισμένων αληθειών. Ωστόσο, στοιχεία της ορθολογικής κοινωνικής σκέψης απελευθερωμένα από το θρησκευτικό δόγμα εμφανίζονται πριν από τη σύγχρονη εποχή, ιδίως στην Κίνα και στον μουσουλμανικό κόσμο (Ibn Khaldoun). Η νεωτερικότητα όχι μόνο δεν σχηματίστηκε “θαυμαστά” και αργοπορημένα στο τρίγωνο Λονδίνο-Παρίσι-Άμστερνταμ το 16ο αιώνα, αλλά είχε γεννηθεί πέντε αιώνες νωρίτερα στην Κίνα και στη συνέχεια στο μουσουλμανικό Χαλιφάτο. Ισχύει όμως ότι μόνο κατά τον 19ο αιώνα , όπως δείχνει ο Βαλερστάιν, επιτυγχάνει η σκέψη του Διαφωτισμού να επιβάλει τη φιλοσοφική ορθολογικότητα και να διαχωριστεί σε διακριτά επιστημονικά πεδία.

Piero SraffaΗ πολιτική οικονομία καταλαμβάνει την κυρίαρχη θέση μέσα στην ομάδα των νέων κοινωνικών επιστημών, συνεπώς αντικατοπτρίζει την αναστροφή της κυριαρχίας στην ιεραρχία των παραδειγμάτων μέσα στον τρόπο παραγωγής, που κινείται από το πολιτικό των προηγούμενων φεουδαρχικών τρόπων παραγωγής  στο οικονομικό του καπιταλισμού.  Η επιμονή μου στη διάσταση της σύγχρονης αλλοτρίωσης του εμπορεύματος συμπληρώνει, κατά τη γνώμη μου, τη συμβολή του Βαλερστάιν στο εν λόγω κεφάλαιο. Μας επιτρέπει να διαβάσουμε την ιστορία του σχηματισμού της σύγχρονης επιστημονικής σκέψης ως μια εξέλιξη που οδηγεί στον Μαρξ. Συνεπώς, το αποκλειστικό ενδιαφέρον των “νέων οικονομικών” (ο Βαλερστάιν μας υπενθυμίζει ότι ο όρος οικονομικά εισάγεται για πρώτη φορά από τον Άλφρεντ Μάρσαλ το 1881) θα γίνει το υποκατάστατο της μεθόδου του ιστορικού υλισμού του Μαρξ, ένας ορισμός των “οικονομικών” που τα μετασχηματίζει σε μια α-ιστορική ανθρωπολογία. Η νέα επιστήμη χρησιμοποιείται σε μια προσπάθεια να καταδειχτεί ότι στη φανταστική “οικονομία της αγοράς” που επινοήθηκε ως απάντηση στον Μαρξ, οι αγορές αυτορρυθμίζονται , τείνουν προς την ισορροπία (που είναι η βέλτιστη, επιπλέον) και έτσι αξίζει να τις θεωρούμε μια έκφραση της δι-ιστορικής ορθολογικότητας. Ο Λίον Γουόλρας, τον 19ο αιώνα, και ο Πιέρο Σράφα, τον 20ό,  οι μεγάλοι διανοητές που αφιερώθηκαν στο να το αποδείξουν, απέτυχαν.

Η παγκόσμια οικονομία (του ιστορικού καπιταλισμού) κινείται από ανισορροπία σε ανισορροπία μέσω μεταβολών στην ισορροπία δύναμης ανάμεσα σε τάξεις και κράτη, χωρίς ποτέ να τείνει προς μια ισορροπία προσδιορισμένη εκ των προτέρων. Ωστόσο, τα “οικονομικά”, που ακόμη αποτελούν τον βασικό άξονα της κοινωνικής σκέψης στον καπιταλισμό, εκπληρώνουν μια αποφασιστική ιδεολογική λειτουργία χωρίς την οποία η εξουσία του κατεστημένου φιλελεύθερου κέντρου θα έχανε το πρόσχημα της ορθολογικότητας, δηλαδή τη νομιμοποίησή της.

19ος αιώνας, το απόγειο του ιστορικού καπιταλισμού

Ο καπιταλισμός δεν είναι ένα σύστημα που βασίζεται στην δι-ιστορική ορθολογικότητα που θα του επέτρεπε να αναπαράγεται επ΄ άπειρον και άρα να καταστεί η εκδήλωση του “τέλους της ιστορίας”.  Αντίθετος ων σε αυτή την ιδεολογική άποψη που εμπνέεται από τα “οικονομικά” ενός φανταστικού καπιταλισμού, ερμηνεύω την ιστορική τροχιά του καπιταλισμού ως αποτελούμενη από μια μακρά προετοιμασία (οχτώ αιώνες από το 1000 στην Κίνα μέχρι το 1800 στην Ευρώπη), ένα σύντομο απόγειο (τον 19ο αιώνα) και την παρακμή που άρχισε τον 20ό αιώνα.

Μπορούν οι δύο έννοιες, της “ευρωπαϊκής παγκόσμιας οικονομίας “ και του “ιστορικού καπιταλισμού”, να είναι εναλλάξιμες;  Ο ορισμός μου για τον ιστορικό καπιταλισμό περιλαμβάνει την παγκόσμια τάση του. Αναπτύσσεται, περιλαμβάνοντας εξωτερικές περιοχές, αρχίζοντας από το 1492 και τελειώνοντας προς το κλείσιμο του 19ου αιώνα. Οι αναλύσεις του καθενός από τους τέσσερις της προαναφερθείσας ομάδας  (Βαλερστάιν, Αρίγκι, Φρανκ και εμού) συγκλίνουν σ΄ αυτό το ουσιώδες σημείο και διαχωρίζονται από την κυρίαρχη συμβατική άποψη που, για να πούμε το ελάχιστο, υποτιμά την παγκοσμιοποιημένη διάσταση του καπιταλισμού – η οποία είναι το περιεχόμενο που αντιπαρατίθεται στην ανάλυση των διαφόρων σχηματισμών που συγκροτούν το παγκόσμιο σύστημα.

Η άποψή μου για το σχηματισμό του καπιταλισμού αρχίζει με την ιδιαιτερότητα αυτού του τρόπου παραγωγής σε αντίθεση με τον προηγούμενο κυρίαρχο φεουδαρχικό τρόπο που τον έχω περιγράψει ως τρόπο που βασίζεται στο φόρο υποτέλειας. Η φεουδαρχία δεν προϋποθέτει το σχηματισμό μιας πολιτικής εξουσίας που να καλύπτει μια τεράστια περιοχή. Υπάρχει, ωστόσο, μια εξαίρεση, το παράδειγμα της Κίνας, που έρχεται σε έντονη αντίθεση με τις διαδοχικές αποτυχίες εδραίωσης αυτοκρατοριών στις περιοχές της Μέσης Ανατολής, της Μεσογείου και της Ευρώπης.
Ο Βάλερστάιν επιλέγει να τοποθετήσει τη γέννηση της ευρωπαϊκής παγκόσμιας οικονομίας είτε το 1492 είτε ενάμιση αιώνα νωρίτερα στην Ευρώπη.  Ως προς αυτό, προτείνω μια πιο φιλόδοξη προσέγγιση, βασισμένη στη θέση ότι οι ίδιες αντιθέσεις διέσχιζαν όλες τις φεουδαρχικές κοινωνίες τόσο στην Ασία όσο και στην Ευρώπη. Απ΄ αυτή την άποψη, βλέπω να εμφανίζεται η αρχή της καπιταλιστικής νεωτερικότητας πολύ νωρίτερα, στην περίοδο των Σουνγκ στην Κίνα, να εξαπλώνεται στο Χαλιφάτο των Αβασσιδών και στη συνέχεια στις ιταλικές πόλεις-κράτη. Εντούτοις, ο Βαλερστάιν και εγώ επικρίνουμε τη μετέπειτα θέση του Φρανκ (που διατυπώθηκε στο Re-Orient), που εξαλείφει την καπιταλιστική ιδιαιτερότητα.

WallrasΟ Βαλερστάιν φιλοτεχνεί μια εικόνα του 19ου αιώνα ως του (σύντομου) απόγειου του καπιταλισμού: η κοινωνική τάξη πραγμάτων σταθεροποιείται και οι εργαζόμενες τάξεις έχουν σταματήσει να είναι επικίνδυνες, εδραιώνεται η κυριαρχία της Ευρώπης στον “υπόλοιπο κόσμο” και εμφανίζεται ακατάλυτη. Αυτά τα φαινόμενα είναι στην πραγματικότητα οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Ωστόσο, αυτό το απόγειο θα είναι σύντομο.
Στην Ευρώπη, το απόγειο του καπιταλισμού οδηγεί στο σχηματισμό νέων “εθνών” που εμπνέονται σε ποικίλους βαθμούς από το μοντέλο της Γαλλίας, της Αγγλίας, της Ολλανδίας και του Βελγίου. Αυτός ο τύπος “εθνικής αναγέννησης” , που παίρνει τη μορφή της αστικής επανάστασης και διαμορφώνει την ενοποίηση της Γερμανίας και της Ιταλίας, άρχισε το 1848 και ολοκληρώθηκε το 1870.

Ο σχηματισμός των εθνών της νότιας και νοτιοανατολικής Ευρώπης, που επίσης διακηρύχθηκε το 1848, ολοκληρώνει την εικόνα. Οι περίπλοκες αυτές διαδικασίες, που συνδυάζουν τις φιλοδοξίες των μορφωμένων μεσαίων τάξεων, αντί των εδραιωμένων αστικών τάξεων, και της αγροτιάς, έγιναν αντικείμενο μεγάλων διαμαχών κυρίως μέσα στο ρεύμα του αυστρομαρξισμού και του νηπιακού μπολσεβικισμού, στα τέλη του 19ου αιώνα. Αυτά τα κινήματα που αποκαλούνται η “άνοιξη των εθνών” (των λαών;) είναι εμφανώς διακριτά από τα κινήματα των λαών που είναι θύματα εσωτερικής αποικιοκρατίας, ενός ειδικού φαινομένου μοναδικού στην Αγγλία (το Ιρλανδικό ζήτημα) και στις ΗΠΑ (το αφρο-αμερικανικό ζήτημα). Παρόμοια κινήματα αφύπνισης των λαών που είναι θύματα της εσωτερικής αποικιοκρατίας αναπτύσσονται στις ινδιάνικες περιοχές της Λατινικής Αμερικής (η Μεξικανική Επανάσταση του 1910–20 αποτελεί το πρώτο παράδειγμα τέτοιας αφύπνισης) και στη Νότια Αφρική.
Ωστόσο, η ίδια η επιτυχία της κορύφωσης του καπιταλισμού και η επέκτασή της πρόκειται να οδηγήσει γρήγορα στην πρώτη μεγάλη συστημική κρίση του.

Η μεγάλη και παρατεταμένη κρίση, που αρχίζει από το 1873 και θα βρει μόνο μια –προσωρινή– λύση μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, θα προκαλέσει μια τριπλή αντίδραση εκ μέρους του κεφαλαίου: την κίνηση προς τον μονοπωλιακό καπιταλισμό, προς τη χρηματιστικοποίηση και προς την παγκοσμιοποίηση. Αυτός ο ποιοτικός μετασχηματισμός του ιστορικού καπιταλισμού σηματοδοτεί το τέλος του απόγειου του συστήματος και την έναρξη μιας παρατεταμένης παρακμής που διατρέχει τον 20ό και τον 21ο αιώνα.
Θα συμπέσει αυτή η μακρά παρακμή, από την πρώτη παρατεταμένη κρίση  (1873–1945/1955) μέχρι τη δεύτερη (που άρχισε το  1971 και ακόμη βαθαίνει)—το “φθινόπωρο του καπιταλισμού”—, με την “άνοιξη των λαών”; Αυτό είναι κεντρικό ζήτημα για τους κοινωνικούς αγώνες και τις διεθνείς συγκρούσεις (η εξέγερση της περιφέρειας) που λαμβάνουν χώρα τα τελευταία εκατό χρόνια.
Είναι σαφές ότι ο 19ος αιώνας εμπνέει ακόμη μια  νοσταλγία ανάμεσα σε όλους τους υπερασπιστές της αποκαλούμενης “φιλελεύθερης” (κεντρώας φιλελεύθερης) καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων που μετά βίας κρύβεται.

Η αδύνατη σταθεροποίηση του φιλελεύθερου κέντρου στις περιφέρειες του καπιταλιστικού/ιμπεριαλιστικού παγκόσμιου συστήματος

Ο θρίαμβος του φιλελεύθερου κέντρου συντελέστηκε στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ και ίσως, πολύ αργότερα, στην Ιαπωνία.  Στις περιφέρειες του συστήματος, η καπιταλιστική τάξη πραγμάτων δεν μπορούσε ποτέ να σταθεροποιηθεί στη βάση της όποιας συναίνεσης που θα δημιουργούσε την πεποίθηση της νομιμοποίησής της. Εξαρχής, δηλ. από τα μέσα του 19ου αιώνα, τα κράτη, τα έθνη και οι λαοί των περιφερειών άρχισαν να αγωνίζονται κατά αυτού του συστήματος. Θα αρκεστώ εδώ να σημειώσω τρία μεγάλα κινήματα που, αρχίζοντας από τον 19ο αιώνα, έγιναν οι προάγγελοι του 20ού και της παρακμής του καπιταλιστικού, ιμπεριαλιστικού παγκόσμιου συστήματος.

Η Κίνα είχε ενσωματωθεί σ΄ αυτό το σύστημα μόνο μετά την περίοδο των Πολέμων του Οπίου  (δεκαετία του 1840). Όμως, μια δεκαετία αργότερα, —από το 1850 έως το 1865—ο λαός της ενεπλάκη στην Επανάσταση του Τάιπινγκ (που δεν είναι “εξέγερση” όπως συνεχίζει να την περιγράφει η κυρίαρχη ιστοριογραφία), σε μια εκπληκτικά νεωτερική προσπάθεια να αντιμετωπίσει τη νέα πρόκληση. Συνεπώς δεν είναι ίδια με εκείνη των κινημάτων κατά την προηγούμενη χιλιετή φεουδαρχική  εποχή. Η Επανάσταση του Τάιπινγκ συνδυάζει τη ριζοσπαστική κριτική στο κινεζικό ιμπεριαλιστικό-φεουδαρχικό σύστημα με την κριτική στη νέα ιμπεριαλιστική τάξη πραγμάτων που μόλις έχει αρχίσει να οργανώνεται. Ανοίγει το δρόμο στο μαοϊσμό του 20ού αιώνα.

Στη Ρωσία –μια ημι-περιφέρεια, θα μπορούσε να ειπωθεί– η διαμάχη ανάμεσα στους σλαβόφιλους και στους δυτικιστές θέτει με παρόμοιους, αν και μάλλον συγκεχυμένους, όρους το ίδιο ερώτημα: Πώς θα απορρίψουμε τη νέα παγκόσμια τάξη πραγμάτων; Θα πρέπει αυτή η απόρριψη να πάρει τη μορφή μιας επιστροφής στο παρελθόν ή της υιοθέτησης των δυτικών αξιών; Η σύγκρουση μετασχηματίζεται σε μια άλλη διαμάχη που αφορά τα μέσα της απόρριψης τόσο του παρελθόντος όσο και της νέας τάξης πραγμάτων, όπου οι Ναρόντνικοι εναντιώνονται σε εκείνους που θα αποτελέσουν τους ιδρυτές του μπολσεβικισμού.
Από την άλλη, η Nahda (αφύπνιση, αναγέννηση) στον αραβικό κόσμο έχει μια εντελώς διαφορετική πρόσληψη της νέας ιμπεριαλιστικής πρόκλησης και καταφεύγει σε μια οπισθοδρομική αντίδραση, καλώντας σε επαναθεμελίωση του αυθεντικού μεγαλείου  του Ισλάμ  Η Nahda, που δίνει το έναυσμα για τις αραβικές επαναστάσεις του 20ού αιώνα, παγιδεύει τους λαούς σε ένα αδιέξοδο.

Arrighi2Θα μπορούσε κανείς να εξετάσει την ποικιλότητα των παραδειγμάτων και να τα αναλύσει πιο βαθιά. Αυτό είναι αναγκαίο για να κατανοήσουμε πώς η παρακμή του καπιταλισμού (“το φθινόπωρο του καπιταλισμού”)  θα μπορούσε να γίνει ή να μη γίνει συνώνυμη με την “άνοιξη των λαών” και υπό ποιους όρους θα μπορούσε να αρχίσει ένα κίνημα “πέραν του καπιταλισμού” και του παγκόσμιου συστήματος εντός του οποίου αναπτύσσεται.
Ο θρίαμβος του φιλελεύθερου κέντρου αποδείχθηκε πιο εύθραυστος από όσο φαινόταν στα μάτια της Ευρώπης και των ΗΠΑ. Επιπλέον, το φιλελεύθερο κέντρο είχε προχωρήσει με αργό βηματισμό στα μεγάλα κέντρα και ακόμη πιο αργά στα περισσότερα μέρη της Ευρώπης. Είχε αμφισβητηθεί από την Κομμούνα του Παρισιού (1871) που απέδειξε στη θεωρία και στην πράξη ότι ήταν αναγκαία και εφικτή μια άλλη κοινωνική τάξη πραγμάτων: ο σοσιαλισμός ή κομμουνισμός που γινόταν κατανοητός ως ένα υψηλότερο στάδιο στην ανάπτυξη του ανθρώπινου πολιτισμού. Ωστόσο, θα υποστηριχθεί ότι από την εποχή της ήττας της Κομμούνας, η τάξη πραγμάτων του φιλελεύθερου κέντρου φαίνεται να έχει κερδίσει μια αποφασιστική νομιμοποίηση. Η πραγματικότητα, που θα εκτυλιχθεί μέσα από τις αναταραχές του 20ού αιώνα, έχει περισσότερες αποχρώσεις. Η σύγκρουση της αντι-φιλελεύθερης αντίδρασης (φασισμού) και σχεδίων πολύ πιο ριζοσπαστικών από εκείνα του φιλελεύθερου κέντρου (των λαϊκών μετώπων) θα βρεθούν στο προσκήνιο κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου.  Όμως, θα υποστηριχθεί και πάλι, αυτά όλα ανήκουν πλέον στο παρελθόν.

Η τάξη πραγμάτων του φιλελεύθερου κέντρου τελικά φαίνεται να έχει στέρεα συναίνεση στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ. Ασφαλώς, αλλά αυτή η παρατήρηση δεν είναι επαρκής. Το βάθεμα της συστημικής κρίσης (“κρίση του πολιτισμού”) που συμβαδίζει με την κίνηση από τον μονοπωλιακό καπιταλισμό (1880–1960) προς τον γενικευμένο μονοπωλιακό καπιταλισμό της σημερινής εποχής συνεπάγεται , με τη σειρά της, την παρακμή της τάξης πραγμάτων του φιλελεύθερου κέντρου, μια παρέκκλιση από τη δημοκρατική προοπτική και πρακτική επί των οποίων βασιζόταν η νομιμοποίησή του.
Ο θρίαμβος του φιλελεύθερου κέντρου, που επαναλαμβάνουμε σημειώθηκε αποκλειστικά στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, δεν θα μπορούσε παρά να είναι ατελής, ασταθής, ευάλωτος και ανίκανος να αντιδράσει στην αμφισβήτηση που ορίζω ως αντιπαράθεση ανάμεσα στις μέχρι τούδε συντηρητικές δυνάμεις, που υπερασπίζονται τη διατήρηση της καθιερωμένης ιμπεριαλιστικής τάξης πραγμάτων, και στις φιλοδοξίες των λαών των περιφερειών που είναι ανοιχτά αντι-ιμπεριαλιστικές και δυνητικά αντικαπιταλιστικές.

Ο 20ός αιώνας βλέπει την έναρξη ενός αρχικού κύματος προόδων των απελευθερωτικών κινημάτων των περιφερειών: το 1905 στη Ρωσία (που προετοιμάζει το δρόμο για το 1917), το 1911 στην Κίνα (που προετοιμάζει το δρόμο για το 1949) , το 1910–20 στο Μεξικό και άλλα παρόμοιου είδους γεγονότα. Οι Ευρωπαίοι, που είχαν ωφεληθεί από τη δημιουργία  του νεότερου κόσμου από το 1492, δίνουν τη θέση τους στους λαούς της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής. Αυτή η αντιστροφή αποτελεί το μέγα γεγονός στη δική μου ερμηνεία της παρακμής του ιστορικού καπιταλισμού.

MaoΤο αναλύω ως τη συγκεκριμένη ιστορική απόδειξη των βασικών προϋποθέσεων του μαοϊσμού : (i) Ότι οι περιφέρειες αποτελούν τις θυελλώδεις ζώνες όπου η καπιταλιστική /ιμπεριαλιστική τάξη πραγμάτων (αυτές οι δύο διαστάσεις της πραγματικότητας είναι αδιαχώριστες) δεν διαθέτει σταθερή νομιμοποίηση. (ii) Ότι η αμφισβήτηση αυτής της τάξης πραγμάτων συντελείται ταυτόχρονα σε πολλά επίπεδα στα οποία εμφανίζεται η κοινωνική πραγματικότητα –στα κράτη (άρχουσες τάξεις) , στα έθνη και στους λαούς (εργατικές τάξεις)– και ότι, κατά συνέπεια, οι ταξικοί αγώνες και οι διεθνείς συγκρούσεις συνυφαίνονται σε περίπλοκες και μεταβαλλόμενες σχέσεις συμπληρωματικότητας και σύγκρουσης.(iii) Ότι το κίνημα εμπεριέχει τη δυνητική ικανότητα να προχωρήσει πέρα από την εθνική απελευθέρωση και την ανάπτυξη μέσα και μέσω του καπιταλισμού προς την κατεύθυνση της αμφισβήτησης της κοινωνικής τάξης πραγμάτων του καπιταλισμού.
Συνεπώς, ερμηνεύω τον 19ο αιώνα ως μια σύντομη στιγμή του απόγειου στη μακρά ιστορία του καπιταλισμού. Εφόσον ο δρόμος του καπιταλισμού άνοιξε με διαδοχικά κύματα, μέσω μιας μακράς περιόδου κυοφορίας που διάρκεσε εκατοντάδες χρόνια, βλέπω την παρακμή του καπιταλισμού να συνδέεται με διαδοχικά κύματα πιθανών προόδων στην κατεύθυνση ενός μελλοντικού σοσιαλισμού. Σ΄ αυτό ακριβώς το σημείο εστιάζω το ερώτημά μου: Θα συμπέσει το φθινόπωρο του καπιταλισμού με την άνοιξη των λαών;
Δεν υπάρχει σαφής απάντηση σ΄ αυτό το ερώτημα.

Η σύμπτωση είναι δύσκολο να επιτευχθεί. Συνεπάγεται τη δημιουργία συγκλίσεων στο επίπεδο όλου του κόσμου (“Βορρά” και “Νότου”), δηλ. έναν διεθνισμό των λαών ικανό να νικήσει το διεθνισμό του γενικευμένου μονοπωλιακού καπιταλισμού. Επαναλαμβάνουμε ότι οι ταξικοί αγώνες δεν μπορούν να θεωρούνται ως πραγματικότητες προσιδιάζουσες στους κοινωνικούς σχηματισμούς που συνιστούν το παγκόσμιο σύστημα ή ως συγκρούσεις ανάμεσα στις κυρίαρχες τάξεις που δρουν στην παγκόσμια σκηνή. Όπως είχε πει ο Μαρξ, η εργατική τάξη (ο ορισμός της, είτε περιορισμένος είτε εκτεταμένος,  δεν είναι σημαντικός)  υπάρχει μόνο στη συνειδητή σύγκρουσή της με την αστική τάξη που την εκμεταλλεύεται.  Χωρίς αυτό, οι εργάτες παραμένουν πιόνια που ελέγχονται από τον ανταγωνισμό που βάζει τον έναν να στρέφεται εναντίον του άλλου. Με τον ίδιο τρόπο, οι “εθνικές” εργατικές τάξεις υπάρχουν μόνο μέσω της συμμετοχής τους στον αγώνα κατά του κεφαλαίου σε παγκόσμια κλίμακα. Χωρίς αυτό, παραμένουν όμηροι της χειραγώγησης των εθνικών αρχουσών τάξεων που βρίσκονται σε ανταγωνισμό η μία έναντι της άλλης.

Η κυρίαρχη συμβατική σκέψη είναι οικονομίστικη, γραμμική και ντετερμινιστική. Δεν υπάρχει εναλλακτική στην υποταγή στις αγορές. Επιπλέον, όπως επαναλαμβάνει ακατάπαυστα αυτός ο τρόπος σκέψης, τελικά η αγορά δημιουργεί την πρόοδο. Σε αντίθεση μ΄ αυτό, ο Μαρξ αναλύει τις αντιθέσεις ενός γηραλέου συστήματος με διαλεκτικούς όρους που ανοίγουν το δρόμο σε διαφορετικά μέλλοντα που είναι εξίσου πιθανά. Τα θύματα του απαρχαιωμένου συστήματος μπορούν να δράσουν συνειδητά για να το ξεπεράσουν. Αυτός είναι ο “ριζοσπαστικός δρόμος” , είτε περιγράφεται ως επανάσταση είτε ως επαναστατικές πρόοδοι μέσω ριζοσπαστικών μεταρρυθμίσεων κατά στάδια. Ή το σύστημα μπορεί να καταρρεύσει απλώς μέσω των εσωτερικών του αντιθέσεων. Αυτός είναι ο δρόμος της “αυτοκαταστροφής” την πιθανότητα του οποίου δεν αγνοεί ο Μαρξ.

Αντιμέτωπες με την πρόκληση ενός απαρχαιωμένου καπιταλισμού των γενικευμένων μονοπωλίων , στον οποίο η επιδίωξη συσσώρευσης είναι στο εξής καταστροφική για την ανθρώπινη ύπαρξη και τη φύση με ολοένα αυξανόμενη δύναμη, οι κοινωνίες της τριάδας του ιμπεριαλισμού (ΗΠΑ, Ευρώπης και Ιαπωνίας) έχουν ήδη ξεκινήσει ένα ταξίδι αυτοκαταστροφής. Η αντίσταση και οι αγώνες των θυμάτων αν και πραγματικοί παραμένουν αμυντικοί , χωρίς συνειδητό και θετικό εναλλακτικό σχέδιο. Ζουν με τον “ευσεβή πόθο” στην κυριολεξία ότι οι προτάσεις που υποστηρίζουν απαιτούν συμφωνία των δύο μερών –των θυμάτων και των κυρίαρχων δυνάμεων– για την εκπλήρωσή τους, σε συμμόρφωση με το κυρίαρχο δόγμα της συναίνεσης. Η “ρύθμιση των χρηματοπιστωτικών αγορών” ανήκει σ΄ αυτό το είδος των ψευδαισθητικών “λύσεων”, εξ ου και στην πραγματικότητα είναι “μη λύσεις”. Μια ριζική πρόοδος απαιτεί τολμηρές ρήξεις: “εθνικοποίηση των μονοπωλίων” με την προοπτική της κοινωνικοποίησης μέσω της δημοκρατίας αντί της κοινωνικοποίησης μέσω της αγοράς. Το καθοδικό σπιράλ στο οποίο έχει παγιδευτεί το ευρωσύστημα μας προσφέρει ένα εκπληκτικό παράδειγμα αυτού του χαώδους δρόμου στην πράξη, που ελλείψει  θετικής εναλλακτικής, συνεπάγεται “αποδόμηση” του κατεστημένου συστήματος.

Marx1234Οι ΗΠΑ, η Ευρώπη και η Ιαπωνία είναι μπλεγμένες σε ένα καθοδικό σπιράλ. Μέχρι στιγμής, το γενικευμένο μονοπωλιακό κεφάλαιο διατηρεί την πρωτοβουλία των κινήσεων και επιδιώκει ακούραστα τον μοναδικό του σκοπό: την αυξανόμενη συσσώρευση μονοπωλιακών προσόδων η οποία, με τη σειρά της, παράγει την τεράστια αύξηση ανισοτήτων στην κατανομή του εισοδήματος. Επιπλέον, η αύξηση του του ίδιου του εισοδήματος αποδυναμώνεται. Αυτή η ανισότητα επιτείνει την αδυναμία της μονοπωλιακής προσόδου να βρει διέξοδο στην επέκταση του παραγωγικού συστήματος και οδηγεί κατευθείαν στην αύξηση του δημοσίου χρέους , το οποίο προσφέρει μια πιθανή διέξοδο για την επένδυση του υπερπλεονάσματος κερδών. Οι πολιτικές της λιτότητας που εφαρμόζονται δεν επιτρέπουν τη μείωση του χρέους (που είναι ο διακηρυγμένος στόχος τους), αντιθέτως παράγουν συνεχή αύξησή του (που είναι ο πραγματικός, ανομολόγητος, σκοπός τους).

Παρά τις διαμαρτυρίες των θυμάτων, οι εκλογικές πλειοψηφίες (της Αριστεράς συμπεριλαμβανομένης) δεν αμφισβητούν την οικονομία των μονοπωλίων και συνεπώς επιτρέπουν να συνεχίζεται επ΄ άπειρον η καθοδική κίνηση. Φυσικά, η αυξανόμενη ανισότητα καλεί σε όλο και πιο αυταρχική πολιτική διαχείριση στο εσωτερικό των χωρών και στο μιλιταρισμό σε διεθνή κλίμακα.  Αυτή η διαδικασία αποσάθρωσης του συστήματος με αποκλειστικό μέσο την ανάπτυξη των εσωτερικών του αντιφάσεων ενισχύεται και πάλι στο ευρωπαϊκό επίπεδο και στο υποσύστημα του ευρώ με τη θεσμική υιοθέτηση των κανόνων ενός δογματικού φιλελευθερισμού , ασφαλώς παράλογου, αλλά εντούτοις πλήρως λειτουργικού για τη συνέχιση της οικονομικής διαχείρισης από τα  μονοπώλια.

ArrighiΕίναι αντιμέτωπες με την ίδια πρόκληση και οι κοινωνίες του Νότου που διεξάγουν συνειδητούς αγώνες; Ναι, αλλά μόνο μερικώς στην καλύτερη περίπτωση, όπως στους αγώνες των αναδυόμενων χωρών εναντίον του ηγεμονισμού , στην κίνηση προς την δημιουργία ενός πολυπολικού κόσμου ή σε κάποιους αγώνες για τον εκδημοκρατισμό της κοινωνίας σε συνδυασμό με την κοινωνική πρόοδο και όχι σε διαχωρισμό απ΄ αυτή, ιδίως στη Λατινική Αμερική.
Παρ΄ όλα αυτά, η στιγμή είναι πολύ ευνοϊκή για μια επίθεση των εργαζόμενων και των λαών. Η αναπαραγωγή της συσσώρευσης της μονοπωλιακής προσόδου απαιτεί , πράγματι, την εκπτώχευση των εργαζόμενων στα κέντρα  και των λαών στις περιφέρειες. Οι όροι για την οικοδόμηση ενός διεθνιστικού μετώπου προσφέρονται στο πιάτο προς τους εργαζόμενους και τους λαούς όλου του πλανήτη. Όμως, για να αξιοποιήσουν αυτή την εξαιρετική συγκυρία θα πρέπει να τολμήσουν , να τολμήσουν ξανά και ξανά. Αυτή η τόλμη φαίνεται να λείπει σε απελπιστικό βαθμό. Θα αφήσουν  οι αριστερές δυνάμεις να περάσει αυτή η ευνοϊκή στιγμή, για να  αντιμετωπίσουν αύριο ένα χάος  που ποιος ξέρει ποιοι θα το διαφεντεύουν , αναμφίβολα οι πιο σκοτεινές δυνάμεις που μπορούμε να φανταστούμε;

Συγγραφείς που παρατίθενται (εκτός των  Marx και Hobsbawm)
Giovanni Arrighi, Adam Smith in Beijing: Lineages of the Twenty-First Century (London: Verso, 2009)
Giovanni Arrighi, The Long Twentieth Century: Money, Power and the Origins of Our Times, new and updated edition (London: Verso, 2010)
Amiya Bagchi, Perilous Passages (Oxford: Oxford University Press, 2006)
Harry Braverman, Labor and Monopoly Capital: The Degradation of Work in the Twentieth Century (New York: Monthly Review Press, 1998)
Andre Gunder Frank, ReOrient: Global Economy in the Asian Age (Berkeley: University of California Press, 1998)
Kenneth Pomeranz, The Great Divergence: China, Europe and the Making of the Modern World Economy (Princeton: Princeton University Press, 2001)

*Ο Σαμίρ Αμίν είναι επικεφαλής του Φόρουμ του Τρίτου Κόσμου στο Ντακάρ της Σενεγάλης.

Το άρθρο είναι από το Monthly Review, 8/1/2012.  Μετάφραση Α.Α.

http://www.aristerovima.gr/details.php?id=3156

One comment on “Το κέντρο δεν θα κρατήσει. Η άνοδος και η πτώση του φιλελευθερισμού

  1. Ο/Η Αυτό και το Άλλο λέει:

    Reblogged this on Αυτό και το Άλλο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s